Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

11/10/2016

Γυναίκες και ιατρική στις αρχές του 20ού αιώνα

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 11:24 πμ

Οι γυναίκες δεν αποτελούν «τάξη»˙ δεν καταπιέζονται όλες το ίδιο˙ δεν βιώνουν όλες τον σεξισμό με τον ίδιο τρόπο. Την περίοδο μεταξύ 1865 και 1920 οι ταξικές διαφορές μεταξύ των γυναικών στην Αμερική ήταν ιδιαίτερα έντονες: η καθημερινότητα, οι συνήθειες και οι προσδοκίες των γυναικών της ανώτερης τάξης είχαν ελάχιστα κοινά με τις αντίστοιχες των γυναικών της εργατικής τάξης. Ήταν μια περίοδος ταχείας βιομηχανοποίησης, αστικοποίησης και ταξικής πόλωσης, η οποία επηρέασε όλους τους Αμερικανούς. Στις πόλεις –εδώ καταπιανόμαστε μόνο με το αστικό περιβάλλον, απ’ όπου ξεκινούσαν οι ιατρικές τάσεις– δύο τάξεις, ουσιαστικά καινούργιες για την αμερικανική κοινωνία, είχαν αρχίσει να επικρατούν: η μεγαλοαστική τάξη, η οποία βάσιζε τον πλούτο της στις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία, και η βιομηχανική εργατική τάξη, η οποία με την εργασία της παρήγαγε αυτόν τον πλούτο.

Οι κοινωνικοί ρόλοι των γυναικών σε αυτές τις δύο τάξεις ήταν σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Για τις εύπορες γυναίκες μια κοινωνικά συνταγογραφημένη ζωή αναπαυτικής οκνηρίας˙ για τις γυναίκες της εργατικής τάξης εξαντλητικός μόχθος. Καμία ενιαία ιδεολογία του σεξισμού δεν θα μπορούσε να αγκαλιάσει και τις δύο αυτές πραγματικότητες ή να εξηγήσει και τους δύο κοινωνικούς ρόλους. Συνεπώς η βιοϊατρική έπρεπε να παρέχει δύο διαφορετικές θεωρίες για τις γυναίκες: μία κατάλληλη για τη μεγαλοαστική τάξη (και τη μεσαία τάξη που εποφθαλμιούσε τον τρόπο ζωής της ανώτερης μεσαίας τάξης) και μία κατάλληλη για τις φτωχές γυναίκες της εργατικής τάξης.

Ήταν σαν να υπήρχαν δύο διαφορετικά θηλυκά ανθρώπινα είδη. Οι εύπορες γυναίκες θεωρούνταν εγγενώς άρρωστες, πολύ αδύναμες και εύθραυστες για οτιδήποτε πέραν των πιο ήπιων ασχολιών, ενώ οι γυναίκες της εργατικής τάξης θεωρούνταν εγγενώς υγιείς και εύρωστες. Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης, που εργάζονταν πολλές ώρες και δεν ξεκουράζονταν ούτε τρέφονταν αρκετά, υπέφεραν πολύ περισσότερο από μεταδοτικές ασθένειες και επιπλοκές στη γέννα απ’ ό,τι οι πλούσιες γυναίκες.

Όμως οι γιατροί αντέστρεψαν την αιτιότητα και βρήκαν ότι η ήπια, «πολιτισμένη» ζωή των ανώτερων τάξεων ήταν πιο απειλητική για την υγεία και ενδιαφέρουσα από ιατρικής άποψης απ’ ό,τι η σκληρή εργασία και η στέρηση.

Απόσπασμα από το βιβλίο: Barbara Ehrenreich και Deirdre English,
Παθήσεις & διαταραχές: Φύλο, ιατρική και ασθένεια, εκδ. Αρχείο 71

07/09/2016

R.I.P. Max Ritvo (1990-2016)

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Δώδεκα — kyokokishida @ 1:35 μμ

ΤΟΣΗ ΠΟΛΛΗ ΑΝΑΣΑ

Άνοιξε διάπλατα το κορίτσι,
γέμισέ την με αέρα:
ορίστε η πρώτη βάρκα.

Στην αρχή είναι μόνο ένας, πάνω στη βάρκα για έναν,
ροζ ώμοι χαστουκίζουν τον άνεμο.
Άλλη βάρκα είναι αυτή;

Για κουπιά χρησιμοποιήσαμε τα χέρια μας, που χτυπάγανε το ένα πάνω στο άλλο.

Η θάλασσα στέγνωσε και ο ήλιος έδυσε.
Μείναμε να κρατάει ο ένας τα χέρια της άλλης˙
η βάρκα αναστέναξε και πήρε να βυθίζεται στη λάσπη.

Ένας λόφος εμφανίστηκε, κι ένα σπίτι,
και μπήκαμε και πέσαμε για ύπνο.

Τα μάτια σου κλείνουν, θηλαστικό μου.
Το χαμόγελο στο πρόσωπό μου
είναι ο θρίαμβος της ιδέας και της γαλήνης σου.

(more…)

20/06/2016

Γιάζρα Χαλίντ, Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 9:44 πμ

Grozny_Cover

Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα,
σφυρήλατος και σιωπηλός,
βλέπει τις Δευτέρες ν’ απομακρύνονται χωλαίνοντας,
νιώθει τις ψείρες να πληθαίνουν στις μασχάλες του,
γεμίζει αίμα σιγά σιγά ο πόνος του˙
θλίβεται, ιδρώνει, κουμπώνεται,
μετρά τα ένσημά του και βρίσκει τη ζωή του λειψή,
τόσα χρόνια δουλειάς και δεν κέρδισε ούτε ώρα,
τι έχει να περιμένει τώρα;

Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα,
στην άκρη της ζωής του κάθεται,
με τους λυγμούς του και τις ζωικές του λειτουργίες,
με την οργή του που ’ναι τόσο κοντή σε ίντσες,
τις λέξεις του που λιγοθυμούν λιπόσαρκες.
Κάθεται και βλέπει να περνάνε από μπροστά του
το σταθερό κεφάλαιο,
το προτσές εργασίας,
η εξαγωγή της υπεραξίας,
οι καημοί του με κατεβασμένο το κεφάλι˙
κοιτάζει τ’ άδεια χέρια του, οστέινα κι ερειπωμένα,
στις παλάμες του λιγοστεύουν οι μπουκιές,
στο ψωμί του λιγοστεύουνε τα κόκαλα. (more…)

06/12/2015

πανκ ελύτης

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 4:25 μμ

elitis

Από τη 12η αντιφασιστική έκδοση δρόμου των antifa kallithea

17/02/2014

Ευχή για τον απρόσεχτο ταξιτζή

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 1:42 μμ

Από τότε που έπαθα καρκίνο
από κεκτημένη ταχύτητα
ζητάω στο ταξί να σβήσουν το τσιγάρο
«γιατί; τι σχέση έχει;»
παρόλα τα επιστημονικά δίκια του
χίλιες γόπες είχαν πάρει
το σχήμα ενός μεγάλου φαλλού

Αλλά το χειρότερο ήταν
το βράδυ που ένας από αυτούς
τους τετράτροχους φασίστες
έκανε θανατηφόρο κομπλημάν

ψιθυριστά του εξήγησα
δεν μου έχει μείνει πολλή φωνή
γιατί ο όγκος…
και τα λοιπά

Ο τετράτροχος φασίστας απαντά
«Αχ τι τυχερός που είναι ο άντρας σου!
Θα κάνει ό,τι θέλει για την πάρτη του.»
Κοινώς
είσαι
σέξυ
λειτουργική
αγαπημένη
όταν δεν αρθρώνεις λέξη

Ξαφνικά είδα μπροστά μου ένα φορτηγό
αντίθετο ρεύμα
στην Αχαρνών
από κεκτημένη ταχύτητα
να τον συνθλίβει πάνω στο τιμόνι
με τη γόπα στο μάτι του
να μη μπορεί πια
να αρθρώσει λέξη

Από το περιοδικό Μιγάδα, τεύχος 7

05/11/2013

Στην πλατεία

Filed under: Αφορμές,Ριμοδοσίες — kyokokishida @ 10:58 πμ

hiphopΑπό το έντυπο των Antifa Kallithea, τεύχος 4

27/03/2013

Όμορφη σαν φυλακή που καίγεται

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 5:06 μμ

daal_coverJulius Van Daal
Όμορφη σαν φυλακή που καίγεται
Μετάφραση: Ελένη Γιώτη
ΤΟΠΟΒΟΡΟΣ εκδόσεις εξαρχείων

Άγρυπνοι φτωχοδιάβολοι χωρίς μέλλον ξεπήδησαν μέσα στη νύχτα, εφορμώντας ανά δεκάδες χιλιάδες από τα slums [φτωχογειτονιές] του Γουαϊτσάπελ και του Σάδαρκ, από τις τρώγλες και τα φτωχοκομεία, από τα εργαστήρια των μαστόρων και τις λιμεναποθήκες, τα μπουρδέλα και τα καπηλειά. Τούτοι εδώ οι άνθρωποι χλευάζουν τον Πάπα και τον Βασιλιά, τους Τόρις και τους Ουίγους, τις θρησκευτικές τελετές και τις ράντες, την τέχνη του κυβερνάν και του διοικείν. Θέλουν να κόψουν τη γλώσσα των ιεροκηρύκων και να καταβροχθίσουν το χέρι που τους πετά τα ψίχουλα της εμπορικής επέκτασης. Θέλουν την κατάργηση όλων των νόμων και των αρχών κι όλα να ανήκουν σε όλους. Θέλουν να δουν τα κάτεργα τυλιγμένα στις φλόγες, σε μια πόλη από την οποία λιποτάκτησαν τα μεγάλα πορτοφόλια και τα μεγάλα κεφάλια. Επιθυμούν διακαώς το τέλος της τάξης πραγμάτων. Φλέγονται να πραγματοποιήσουν το παλιό όνειρο Επαγγελίας των μεγάλων λονδρέζικων εξεγέρσεων: να δουν επιτέλους τα δημόσια σιντριβάνια ν’ αναβλύζουν γλυκό κρασί.

(more…)

14/12/2012

Ο Χιούι είπε

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 4:00 μμ

Panthers - Cover

BOBBY SEALE
Όταν οι Μαύροι Πάνθηρες πήρανε τα όπλα
Μετάφραση: Jazra Khaleed, Kyoko Kishida
ΤΟΠΟΒΟΡΟΣ εκδόσεις εξαρχείων

Ο Χιούι ήταν μες στ’ αμάξι και το γουρούνι ήρθε στο παράθυρο. «Έχεις άδεια οδήγησης;» Ο Χιούι κατέβασε λοιπόν το παράθυρο –όχι περισσότερο από δέκα εκατοστά– και του έδωσε την άδεια. «Αυτό είναι το πραγματικό σου όνομα;» ρώτησε το γουρούνι. Κι ο Χιούι είπε, «Ναι, αυτό είναι το πραγματικό μου όνομα, Χιούι Π. Νιούτον.» «Είναι αυτή η πραγματική σου διεύθυνση; Τεσσαρακοστή Έβδομη οδός, αριθμός 841;» Κι ο Χιούι είπε, «Ναι, αυτή είναι η πραγματική μου διεύθυνση. Τεσσαρακοστή Έβδομη οδός, αριθμός 841.» «Τι κάνετε με τα όπλα;» Κι ο Χιούι είπε, «Εσύ τι κάνεις με το όπλο σου;» Το συγκεκριμένο γουρούνι αποφάσισε να μην λογοφέρει και πήγε πίσω να πάρει τη φόρμα που συμπλήρωναν διάφορα.

«Ονομάζεσαι πράγματι Χιούι Π. Νιούτον;» Ο Χιούι είπε, «Ακριβώς.» Το γουρούνι το σημείωσε. «Διαμένεις στην Τεσσαρακοστή Έβδομη οδό, αριθμός 841;» Ο Χιούι είπε, «Ακριβώς.» Μετά το γουρούνι κοίταξε την άδεια οδήγησής του. «Ποιος είναι ο αριθμός τηλεφώνου σου;» Κι ο Χιούι του λέει, «Το Πέντε!» και σταματάει εκεί. Και το γουρούνι λέει, «Ποιο Πέντε;»

Εκεί ξεκίνησε η όλη φάση μεταξύ των γουρουνιών και του Κόμματος. Ο Χιούι είπε, «Το Πέμπτο Άρθρο του Συντάγματος. Το έχεις ακουστά; Δεν γνωρίζεις το συνταγματικό δικαίωμα κάποιου να μην πει τίποτα που θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του; Το Πέντε! Δεν είμαι υποχρεωμένος να σου δώσω άλλα στοιχεία πέραν της ταυτότητάς μου, του ονόματος και της διεύθυνσής μου και ως εκ τούτου δεν θέλω καν να σου μιλάω. Μπορείς ν’ αφήσεις τ’ αυτοκίνητο κι εμένα ήσυχους. Δεν θέλω καν να σε ακούω.» «Τι εννοείς;» είπε το γουρούνι. Κι ο Χιούι είπε, «Αυτό που άκουσες. Είναι συνταγματικό δικαίωμα του καθένα να μην πει τίποτα που θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του.» Κι ο Χιούι είχε ένα μεγάλο Μ-1 στα δεξιά του με το χέρι πάνω του. Εγώ είχα ένα πιστόλι των 9 χιλιοστών παρά πόδα κι ο Χιούι το Μ-1. Ο Χιούι καθόταν στη θέση του οδηγού. Τέσσερα ακόμα αδέλφια κάθονταν πίσω και ένας απ’ αυτούς ήταν ο Μπόμπι Χάτον. Δεν έβγαλαν άχνα καταπώς τους είχε πει ο Χιούι. Και το γουρούνι είχε τρελαθεί. Ήταν μόνος του, ενώ ο Χιούι είχε όλους αυτούς τους μαύρους μέσα στο αμάξι που τον είχανε για τα καλά τον καριόλη. (more…)

31/05/2012

Eyal Weizman, Μέσα από τοίχους

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 2:24 μμ

Ο ελιγμός που εκτέλεσαν οι μονάδες του ισραηλινού στρατού τον Απρίλιο του 2002 κατά τη διάρκεια της επίθεσης στην πόλη Ναμπλούς της Δυτικής Όχθης χαρακτηρίστηκε από τον διοικητή της, Ταξίαρχο Αβίβ Κοχάβι, ως «αντεστραμμένη γεωμετρία», την οποία όρισε ως την αναδιοργάνωση του αστικού συντακτικού μέσω μιας σειράς μικρο-τακτικών δράσεων.

Οι στρατιώτες απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν τις οδούς, τους δρόμους, τα δρομάκια και τις αυλές που καθορίζουν τη λογική της κίνησης στην πόλη, καθώς επίσης και τις εξώπορτες, τις εσωτερικές σκάλες και τα παράθυρα που συγκροτούν την τάξη των κτισμάτων˙ αντίθετα, προτίμησαν να τρυπήσουν μεσοτοιχίες, οροφές και πατώματα και να κινηθούν κατά μήκος διαδρομών 100 μέτρων στο εσωτερικό σπιτιών, διαπερνώντας τον πυκνό και συνεχή αστικό ιστό. (more…)

20/03/2012

Ignazio Buttitta: η ιστορία ενός λαού σε σικελική διάλεκτο –κι οι διάλεκτοι των λαών του κόσμου

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 9:45 μμ

Ο Ινιάτσιο Μπουττίττα είναι σπουδαίος, ο ακραιφνέστερος στην εμμονή του στη γραφή σε διάλεκτο, Σικελός ποιητής. Η μεγάνησος, το ομηρικό νησί του Ήλιου, δεν είναι καμιά περιφέρεια στην λογοτεχνική παράδοση, ειδικά τους τελευταίους δύο αιώνες- Pirandello και Lampedusa, Virga και Quasimodo, Sciascia και Camilleri… δύο Νόμπελ αλλά και μια γερή παράδοση λαϊκής ποίησης, συχνά σε διάλεκτο και πάντα δεμένης με τις ανάγκες, τους αγώνες και τις αγωνίες του σικελικού λαού.

Ένας λαός
Ρίξτον στην αλυσίδα
Γδύστον
Κλείστου το στόμα
Λεύτερος είν’ ακόμα

Πάρτουνε τη δουλειά
Το πασσαπόρτο
Τραπέζι να μην έχει για φαγί
Κρεβάτι για τον ύπνο
Ακόμα πλούσιος είναι

Ένας λαός
Φτωχός και δούλος γίνεται
Όταν του κλέβουνε τη γλώσσα
Που τούδωκεν ο κύρης του
Χαμένος για πάντα

Φτωχός και σκλάβος γένεται
Όταν οι λέξεις του δεν
Γεννάνε λέξεις
Και τρών η μιατηνάλλη


[από το “Lingua e Dialettu”, συλλογή Lu Pani Si Chiama Pani, 1954]

Ο Μπουττίττα είναι τέτοιος ποιητής –λαϊκός από θέση κι από επιλογή. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Bagheria (Μπαγκερία, και σικελιστί Baaría), μια πόλη με αγροτική οικονομική βάση, κέντρο των κοινωνικών διεκδικήσεων για μαζικό αναδασμό και αναδιοργάνωση της γαιοκτησίας σε δημοκρατική προοπτική σε προηγούμενες δεκαετίες, έδρασε ώς μέλος του τοπικού Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά κι ως «ποιητής της πλατείας», όπως θα έλεγε κι ο ίδιος στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, και μέχρι τον θάνατό του. Στο μεταξύ για πολιτικούς όσο και οικονομικούς λόγους, γνώρισε και τον τυπικά σικελικό δρόμο της μετανάστευσης, που τον οδήγησε στην πλούσια Λομβαρδία για μια δεκαετία.

(more…)

05/03/2012

Cheryl Clarke, το καπέλο μου ανάποδα

Filed under: Αφορμές,Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 11:26 μμ
οι ποιήτριες είναι από τις πρώτες μάγισσες
ας υποφέρουνε λοιπόν μέχρι θανάτου
ας υποφέρουν και καμιά φωνή μη βγάλει
μπρος σ’ ολονών τα μάτια ας καούν
παρεκτός αν μετανοημένες στα λατινικά
τους στίχους τους αρχίσουν ν’ απαγγέλλουν.
είμαι ποιήτρια.
μιλάω κορακίστικα.
τρώω πόδια γουρουνίσια –σημάδι κραυγαλέο
του σατανά
για όσους έχουνε σε δάκτυλο
και ίαμβο εκπαιδευμένα αυτιά
για αυτούς που λύνουνε τις διαφορές με δίστιχα.

το βάζω στα πόδια μόλις δω ποντίκια.
με αρούρια μπερδεύω
τα νεκρά καφετιά φύλλα
που ο άνεμος χορεύει γρήγορα και κοφτά
γράφω σταματημένη στα φανάρια
ακούγοντας ντιούκ έλινγκτον
στο κότον κλαμπ.

κρατώ από τη φάρα των μαγισσών.
χάντρες ταρώ φορώ
ψάχνω για νεοπαγανίστριες
τα προσχέδια καίω όλα
αναζητώ τις τρομερές γυναίκες
εκείνες που τους βοστρύχους τους κρύβουν
ωσότου η σίβα επιστρέψει.

(more…)

10/02/2012

Ο όμορφος Βέλκι και τα δυο γαλάζια ψάρια

Filed under: Αφορμές,Παραμυθιαστείτε,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 10:51 μμ

Πριν από πολύν καιρό ζούσαν άνθρωποι και στη νότια μεριά του Μποϊγκάν, στο χωριό Μαβάτ. Σε αυτό το χωριό ζούσαν και δυο αδερφές, η Ντοράμ ήταν η νεότερη και η Ντομάκ η πρωτότοκη.
Όταν οι γονείς τους χρειαζόντουσαν νερό, τα δυο κορίτσια έπρεπε να πάνε μέχρι την πηγή να κουβαλήσουν το νερό μέσα σε μεγάλα δοχεία από ινδικό καλάμι. Και κάθε φορά που τα κορίτσια πήγαιναν για νερό, τα συνόδευε ο Βέλκι και μερικά άλλα αγόρια του χωριού. Έλεγαν αστεία μεταξύ τους και γελούσαν σ’ όλο το δρόμο. Κι όταν έφταναν στην πηγή, γέμιζαν με νερό τους σωλήνες από ινδικό καλάμι. Όμως πριν ξεκινήσουν για τα σπίτια τους τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν ένα μεγάλο κύκλο κι έπαιζαν μπάλα. Κοντά στην πηγή υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο ουαΐ και με τον καρπό του έπαιζαν*. Τα παιδιά έριχναν το ουαΐ το ένα στο άλλο κι όταν έφτανε στα χέρια του Βέλκι σταματούσαν το παιχνίδι τους και ξεκινούσαν για το σπίτι.
Ο Βέλκι δεν καταγόταν απ’ το Μαβάτ, αλλά είχε έρθει από το κοντινό χωριό Σάου. Και τα κορίτσια του Σάου πήγαιναν να φέρουν νερό από την πηγή. Πάντα σχηματιζόταν μια μεγάλη παρέα από κορίτσια και αγόρια που πήγαιναν να φέρουν νερό. Ο Βέλκι ψάρευε συχνά με το καμάκι, πάντα όμως ακολουθούσε τα κορίτσια όταν αυτά πήγαιναν στην πηγή.

Μια μέρα που είχε τελειώσει πάλι το νερό, τα κορίτσια ξεκίνησαν για την πηγή. Όμως αυτή τη φορά η Ντομάκ πήγαινε με την παρέα των νεαρών, δίπλα στο Βέλκι, που στο μεταξύ είχε γίνει ερωμένος της. Η αδερφή της, η Ντοράμ, ήταν μαζί με τα άλλα κορίτσια. Όλες όμως οι κοπέλες ζήλευαν την Ντομάκ γιατί ήταν ερωτευμένες με το Βέλκι. Όταν έφτασαν στην πηγή, γέμισαν με νερό τους σωλήνες από ινδικό καλάμι κι όπως πάντα έπαιξαν μπάλα και μετά ξεκίνησαν για το χωριό. Οι νεαροί πήγαιναν μπροστά και τα κορίτσια τούς ακολουθούσαν. Η Ντομάκ, περήφανη και χαρούμενη, περπατούσε δίπλα στο Βέλκι και κρατούσε το χέρι του. Τα άλλα κορίτσια λύσσαξαν από τη ζήλια τους και μουρμούρισαν:
— Όταν έρθει στην Ντομάκ η πρώτη της εμμηνόρροια, δε θα τη βοηθήσουμε! Κι ούτε θ’ αφήσουμε και την αδερφή της να τη βοηθήσει…
Όλα τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν ακόμα ώριμα για γάμο. Ήταν όμως συνήθεια όταν ένα κορίτσι είχε την πρώτη της εμμηνόρροια, κάποιος έπρεπε να την περιποιείται και να τη βάλει να καθίσει, γιατί δεν επιτρεπόταν να περπατά έξω. Έμενε στο σπίτι της και τη φρόντιζε κάποια θεία της, της έφερνε φαγητό κι ό,τι άλλο της χρειαζόταν. (more…)

09/02/2012

αίμα σου

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 12:26 μμ

(more…)

07/02/2012

αίμα μου

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 8:25 μμ
Στο τεύχος #2, που μόλις μοιράστηκε και ηλεκτρονικά, φιλοξενήθηκε το αφιέρωμα «Τα έμμηνα της ποίησης». Ιδού λοιπόν, επ’ ευκαιρίας, κάποιο επιπλέον υλικό που προέκυψε στο κατόπι: μερικά έμμηνα κλιπς, ένα ποίημα που αυθόρμητα συνεισέφερε φέτος η Μαρία και ένα έμμηνο παραμύθι. [Επιπλέον δείτε εδώ και εδώ.]

(more…)

02/02/2012

Silvia Federici, Αφρική: κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση, φεμινιστική αλληλεγγύη* [αποσπάσματα]

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Έξι — kyokokishida @ 4:19 μμ
Το κυνήγι μαγισσών δεν εξαφανίστηκε από το ρεπερτόριο της αστικής τάξης με την κατάργηση της δουλείας. Αντιθέτως, η παγκόσμια επέκταση του καπιταλισμού μέσω της αποικιοκρατίας και του εκχριστιανισμού διασφάλισε ότι αυτός ο διωγμός θα εμφυτευόταν στο σώμα των αποικισμένων κοινωνιών και, με το χρόνο, θα συνεχιζόταν εκ μέρους των υποταγμένων κοινοτήτων και ενάντια στα ίδια τους τα μέλη.
Silvia Federici, Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα, Γυναίκες, Σώμα και Πρωταρχική Συσσώρευση**

[…]
Όταν μιλώ για κυνήγι μαγισσών εννοώ την εμφάνιση τιμωρητικών επιχειρήσεων από  νεαρούς αρσενικούς καταδότες ή αυτόκλητους «εντοπιστές» μαγισσών, επιχειρήσεις που συχνά οδηγούν στη δολοφονία των κατηγορούμενων γυναικών και την κατάσχεση της περιουσίας τους. Στην Αφρική ειδικά, τα τελευταία δέκα χρόνια το πρόβλημα είναι σοβαρό και εξακολουθεί να υφίσταται ως σήμερα.
[…]
Πριν την αποικιοκρατία, οι «μάγισσες» συχνά τιμωρούνταν, σπάνια όμως θανατώνονταν. Είναι αμφισβητήσιμο ακόμη και εάν μπορούμε να μιλούμε για «μαγεία» κατά την προ-αποικιακή εποχή, αφού ο όρος δεν υφίστατο πριν την έλευση των Ευρωπαίων.
Τις δεκαετίες 1980 και 1990, μαζί με την κρίση των δανείων, τις δομικές αναδιαρθρώσεις και την υποτίμηση του νομίσματος, ο φόβος των «μαγισσών» έγινε κυρίαρχο ζήτημα σε πολλές αφρικανικές κοινότητες, στο βαθμό που ακόμη και εθνωτικές ομάδες… που δεν γνώριζαν τη μαγεία πριν από την αποικιοκρατία σήμερα πιστεύουν ότι έχουν μάγισσες ανάμεσά τους» (Danfulani 2007:181).
Γιατί αυτή η επιστροφή των διώξεων, που μάλιστα θυμίζει με κάποιους τρόπους το ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών του δέκατου έβδομου αιώνα; Το ερώτημα είναι δύσκολο, αν θέλουμε να προχωρήσουμε πέρα από τις επιφανειακές αιτιάσεις, η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι υπάρχουν σαφώς ποικίλα κίνητρα πίσω από τις κατηγορίες περί μαγείας. Το να κατηγορηθεί κάποια ως μάγισσα μπορεί να είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων για τη γαιοκτησία, οικονομικής αντιπαλότητας ή ανταγωνισμού, μπορεί ακόμη να συγκαλύπτει την άρνηση να στηρίξει κανείς μέλη της οικογένειας ή της κοινότητας που θεωρείται ότι απομυζούν τους πόρους, μπορεί τέλος να αποτελεί απλώς δικαιολογία για τις περιφράξεις των κοινοτικών γαιών.
[…] (more…)

29/11/2011

Σάκης Σερέφας, Γάτες τρεις, κότα μία, πολλές μύγες, ένα κύμα / μέρος β΄

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 10:53 μμ

ΩΣΠΟΥ ΛΥΣΣΑΞΕ Ο ΣΑΡΓΟΣ

Λίγο πριν αρχίσει το ποίημα
ακούω μια φωνή
όχι φωνή ακριβώς ένα ψιθύρισμα
τι ψιθύρισμα δηλαδή
σαν βήχας ήταν
πώς βήχει το κόλλυβο στο πιάτο του ο πνιγμός
άμα κουμπώσει κοκορίκου ο λυγμός
κι έλεγε η φωνίτσα
«σεξ σεξ σεξ μόνο σεξ»
εγώ στο πεζοδρόμιο κι αυτός
μα ποιος αυτός πέντε στίχοι προσεχώς
λιακάδα Σάββατο σιγά τα κέφια
μπαρμπούνια και σαργοί μες στα κασόνια
με περιμένανε στην αγορά
μύδια, γυαλιστερές, κυδώνια
γυρνάω τι να δω
συνταξιούχος με τη βούλα
μαύρη καμπαρντίνα μαύρο γυαλί
πράσινο φλέμα παρελθόν κρεατί
«σεξ σεξ σεξ μόνο σεξ» (more…)

26/11/2011

Το μουνί μου μέσα

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 10:18 μμ

[αποσπάσματα από ένα εκ των τελευταίων χειροποίητων φανζίν]

(more…)

21/11/2011

Κατερίνα Παπαϊακώβου, Τη χτεσινή υστερία τη κλείδωσα στο μπορντέλο της εχεμύθειας

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 11:04 μμ

(more…)

20/11/2011

Timothy Jennings, Δύο από το Τρομερό έπος του Τζέιμς Τ. Μπούκι*

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 11:07 μμ

Ο επιτάφιος του Τζιμ Μπούκι

Ω, ξέρω δεν ήταν παρά μόνο ένα πράγμα,
Ένα πράγμα που έκανα κι έκανα, κι έγινα

Αρκετά καλός σ’ αυτό, που με τρέλανε,
Και μ’ άφησε γέρο και χλευασμένο και ντροπιασμένο,

Αλλά, περαστικέ, ποιο το κακό; Ποτέ δεν σκότωσα
Ούτε ζητιάνεψα από κανέναν, ούτε ποτέ είπα ψέματα.

Περαστικέ, μερικοί είναι πλασμένοι για την τρέλα,
Προσευχήσου για σένα, για την υγεία του νου σου: και

Αν μπορέσεις, πάνω σ’ αυτόν τον τάφο ξινισμένης γης,
Σε παρακαλώ, άφησε λίγο από το γλυκό νεανικό σου σπέρμα

Σε ανάμνηση των
Εργατικών και
Ροζιασμένων
Γονάτων μου.

(more…)

19/11/2011

Θανάσης Τριαρίδης, Η ψωλοσυλλέκτρια ή όταν εμφανίζεται η Βεατρίκη [απόσπασμα]

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 11:08 μμ

(more…)

28/10/2011

Π.Ε. Δημητριάδης, Ξεκαθαρισμένα / μέρος β’

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 7:38 μμ

ΤΟ FACEBOOK

Τον έπιασε με άλλη
κάνα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς.
Χώρισαν επιτόπου.
Όπως αυτή ισχυρίζεται,
της άφησε πληγή ανεπανόρθωτη.
Αυτός μάλλον δεν το κατάλαβε·
πέντε χρονιά μετά
της έκανε request στο Facebook.

06.10.08

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΧΑΡΤΙ

Ανεξαρτήτως της εμπλοκής μου ή όχι,
εδώ και μερικά χρόνια
είμαι πάντα με τον προδίδοντα
σε ερωτικά ζητήματα·
τόσο πολύ έχω αηδιάσει
μ’ όλους αυτούς που κατά καιρούς
μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά
κατηγορώντας αδίκως
τον εκάστοτε «ένοχο».
(Το ότι ο γιατρός ισχυρίζεται
πως τα ψυχαναγκαστικά άτομα
διακρίνονται για τα σαδιστικά τους στοιχεία
το κρατάω σαν μια εξαιρετική
δικαιολογία για το απώτερο μέλλον.
Είναι κρίμα να καεί από τώρα τέτοιο χαρτί…)

30.06.08

(more…)

11/10/2011

Nanni Balestrini, Οι Αόρατοι

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Πέντε — kyokokishida @ 10:30 μμ

44

Λίγες μέρες πριν αρχίσει η δίκη ήρθαν στη μικρή πτέρυγα και ο Ίασμος με τον Τσουκνίδα τους περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία γιατί είχε περάσει πολύς καιρός που είχα να τους δω ο Ίασμος συνελήφθη όταν συνέλαβαν κι εμένα αλλά τον είχαν βάλει σχεδόν αμέσως σε φυλακή υψίστης ασφαλείας ακόμη πιο κάτω στο νότο και σε όλο αυτό το διάστημα δεν είχα νέα του ο Τσουκνίδας αντίθετα συνε­λήφθη μόνο πριν από μερικούς μήνες και τον είχαν κλείσει στην ίδια φυλακή υψίστης ασφαλείας με τον Ίασμο εγώ ήμουν πολύ ανυπόμονος συγκινημένος που θα έβλεπα τους συντρόφους μου από το παραθυράκι τους είδα να καταφτά­νουν από το βάθος του διαδρόμου ο Τσουκνίδας ήταν φορ­τωμένος με σακίδια ο Ίασμος δεν κουβαλούσε τίποτα για μια στιγμή ούτε τον αναγνώρισα είχε αδυνατίσει πολύ με κοντά μαλλιά χωρίς γυαλιά κοιτούσε μπροστά του και δεν απαντούσε στα καλωσορίσματα από τα παραθυράκια των κελιών

τότε τους φώναξα και ο Τσουκνίδας με άκουσε αμέσως με αναγνώρισε παρόλο που δεν μπορούσε να με δει οι φύλακες τους πήγαιναν σ’ ένα κελί κάπως μακριά από το δικό μου άκουσα τη φωνή του Τσουκνίδα που με φώναζε και με ρωτούσε πού είσαι ύστερα έβγαλα με δυσκολία το πρό­σωπο μου από το παραθυράκι και τον είδα για μια στιγμή στη μέση του διαδρόμου που κουνούσε το χέρι του και με χαιρετούσε ενώ ένας φύλακας τον τραβούσε από το μανίκι εγώ μόλις τους έκλεισαν μέσα φώναξα τον επιλοχία και του είπα πως ήμασταν όλοι κατηγορούμενοι στην ίδια δίκη πως είχαν έρθει εκεί για την ίδια δίκη και έγραψα αμέσως την αιτησούλα για να έρθουν αμέσως στο κελί όπου έμενα μόνος μου ο επιλοχίας μού είπε πως θα την παρέπεμπε στη διεύθυνση και ίσως το ίδιο βράδυ να μπο­ρούσαν να αλλάξουν κελί

(more…)

10/10/2011

Tomas Tranströmer, Φυλακή

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Πέντε — kyokokishida @ 8:14 μμ

Εννιά χαϊκού από το αναμορφωτήριο του Χέλλμπυ
(1959)

Παίζουν μπάλα
ξαφνική αναστάτωση –η μπάλα
πήδηξε τον τοίχο.

Κάνουν συχνά φασαρία
για ν’ αναγκάσουν τον χρόνο
να κυλά πιο γρήγορα.

Ανορθόγραφη ζωή –
η ομορφιά επιβιώνει στα
τατουάζ.

Όταν πιάστηκε ο δραπέτης
είχε τις τσέπες του γεμάτες
μανιτάρια.

(more…)

15/09/2011

Σάκης Σερέφας, Γάτες τρεις, κότα μία, πολλές μύγες, ένα κύμα / μέρος α’

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 1:30 πμ

REINHART WOLF:
NEW YORK ΣΕΛΙΔΕΣ 34 ΚΑΙ 35

Σουρουπώνει το μέγαρο μεγαθήριο
μες στη φωτογραφία
— έγχρωμο, δισέλιδο, γυαλιστερό.
Μισάνοιχτες κουρτίνες, αμπαζούρ, φυτάκια, δειλινά, υδρορροές, σαλόνια,
μπαλκόνια μείον, σιγά το ακροκέραμο σαν τράγος.
Εκατόν σαράντα δύο τα παράθυρα τι πλάνο
κοντινό απ’ την απέναντι ταράτσα πάμε μαζί επάνω
να ρίξουμε μια ματιά.
Ψυχή δεν φαίνεται πού πήγαν όλοι
άδεια δωμάτια ρεύονται στον φακό
είναι κανείς εδώ;
Στο πίσω μέρος της εικόνας σίγουρα μέγα πάρτι ποδοκροτεί
μες στις κουζίνες, στα λουτρά, στα υπνωτήρια, στους διαδρόμους
κουτουρντίζει το αθέατο καλά κρατεί.
Τούλα να με λένε
κι ας κοιμίζω τώρα τα μικρά, να, τρίτο παράθυρο αριστερά,
πήγε κάποιο πλάσμα να πει μα δεν διότι
έπαθε μια τρικούβερτη σιωπή
κάποιος του μηδένισε τον ήχο στη στιγμή.
Άκρα του τάφου δεν είν’ εδώ ντοκιμαντέρ
λαλεί πουλί και πάρ’ το κάτω.
Κοκοφοίνικες ώρα μηδέν. Μέχρι το χίλια.

Ώσπου θροΐζει το κτίσμα τίκτεται
μες στη σιγή φτου βγαίνω.
Ναι σταλάζει μια βρύση
ψηλαφητά εγείρεται η γραία να την κλείσει.
Ναι το βρέφος στην κούνια σκούζει βουβό
τα σκότη τού βυζάξαν τη φωνή μέσ’ απ’ τον αφαλό.
Ναι βάζει τώρα στην πόρτα το κλειδί
στραβή γραβάτα βλέμμα φερετρί.
Ναι άλλη μια μέρα κοντεύει να λήξει στρωτά
κι αν τούτη η εικόνα είναι η απάντηση σε κάτι
τότε, ποια είναι η ερώτηση;
και ποιος ρωτά;

(more…)

04/09/2011

Π.Ε. Δημητριάδης, Ξεκαθαρισμένα / μέρος α΄

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 7:30 μμ

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΟΣ

Στα πρακτορεία γλείφω τις πληγές μου
αυτό το καλοκαίρι·
άσσος, Χ, διπλό,
U/O, ημίχρονο/τελικό.

Είπα, εγώ δεν περιμένω κληρονομιές
και γονικές παροχές,
εγώ είμαι φιλότιμος και αξιοπρεπής,
μόνος μου θα τα βγάλω τα λεφτά μου·
στα γήπεδα της Νότιας Αφρικής…

17.06.10

ΜΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Να μην ξανατελειώσει ποτέ το καλοκαίρι,
να είναι πάντα ο γκιόνης ο Χριστός
και το κουνούπι ο διάβολος
και η Παναγία η σαύρα του Δεκαπενταύγουστου
και να μην έχει σύννεφο να κάτσει
ο Παντοκράτορας.
Νά ’χουνε πάντα γεύση από καρπούζι
με μέλι τα χείλη της,
να λιώνει το μωσαϊκό
στο άγγιγμά τους
(να μην ξανασφιχτεί το στομάχι της).
Κι ο ήλιος να κάψει σύσσωμο
το αστικό φασισταριό,
που ασελγεί στα όνειρά μας
κάθε φθινόπωρο
στους προθαλάμους ιατρείων,
εκεί που αρθρώνεται συνήθως
η πιο χυδαία ερώτηση,
κύμα να σπάσει τους πάγκους
κι ο κάθε κατρεγάρης να μείνει στη θάλασσα.

Να μην ξανατελειώσει ποτέ το καλοκαίρι,
κι ας μην υπάρξει επόμενο…

17.09.09

(more…)

21/03/2011

Linton Kwesi Johnson: κρατώντας το χωνί στο στόμα σε έναν δρόμο του Μπρίξτον

Του Θοδωρή Ρακόπουλου

μια νέα γενιά σπορά από μαύρα παιδιά
αναδυέται τώρα
οδηγεί στην σκληρή σκηνή
και ξεφεύγει
δράττει την μέρα,
λέει στο κεφάλαιο ποτέ ξανά
και πάντα της τραβάει μπροστά

μονάχα νέοι σε
ηλικία μπορούν να είναι
αλλ’ όχι και σε μένος
και δεν χρειάζονται
την απαλή
ρηχή τη συμβουλή
των ψυχροκέφαλων
σοφών που ζουν στις αλυσίδες.
τις λέξεις με τα ισχνά κελύφη σπάνε
τραβάν μπροστά τους πάντοτε και πάνε.

νέο αίμα
νέοι ρέμπελοι:
καινούριες φιγούρες
ορίζουν
καινούριες μορφές
φτιάχνουν νέες επαφές
συνδέουν
το αίμα που ανεβαίνει σίγουρο
που φτιάνει ένα νέο μονοπάτι
μπροστά τραβώντας προς την ελευθερία.

Ο Λίντον Κούεζι Τζόνσον, μια ευθυτενής φυσιογνωμία με σοβαρό ύφος κρυμμένο πίσω από υπογένειο και ματογυάλια, θυμίζει μια καραϊβικανή βερσιόν του Τρότσκυ ή απλά έναν συνηθισμένο μάυρο εργάτη (η ακόμη καλύτερα: άνεργο) μεσόκοπο που γυρνά –χέρια στις τσέπες, ραχοκοκαλιά ίσια– στα στέκια του νοτιοανατολικού Λονδίνου. Είχα την τύχη να δουλεύω σερβιτόρος σε ένα τέτοιο μέρος, όπου ανήξερος για το μέγεθος του πελάτη, σέρβιρα το ποτό του χέρι-χέρι (ρούμι σκέτο, όπως το πίνουν στην πατρίδα του, όπου το μνημειώδες αυτό ποτό πρωτογεννήθηκε). Το ρούμι λοιπόν είχε μιαν ιδιαίτερη ιστορία, δεμένη με την ευρωπαϊκή εξάπλωση (διάβαζε: ιμπεριαλισμό) και τον καταστατικό ρατσισμό των βικτωριανών απέναντι στους λαούς της Αφρικής –αυτόν που έφερε είκοσι εκατομμύρια ανθρώπους, από τις δυτικές ακτές της μαύρης ηπείρου μέχρι τις Νότιες Αμερικάνικες πολιτείες και το τρίγωνο των  νησιών της Καραϊβικής, όπου οι άμοιροι σκλάβοι ανταλλάσσονταν με ρούμι παραγμένο απο τα ζαχαροκάλαμα και τον ιδρώτα των ντόπιων… (more…)

29/11/2010

Κουίρ πσκ

Filed under: Αφορμές,Θραύσματα — kyokokishida @ 6:52 μμ
Όλοι σε αυτή τη χώρα γεννήθηκαν λεβέντες
πρόσχαροι με μεγάλες καρδιές που αγαπάν
όλοι καμώθηκαν με μάρμαρο και ήλιο
όλοι καμώθηκαν τίμιοι και γενναίοι.
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ’ αυτούς
που τα σκατά τα κάνουν ήλιο και θάλασσα.
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ’ αυτούς
που συντηρούν τους σχολικούς μας μύθους.
Όλες εδώ γεννήθηκαν με τιμημένους κόρφους
όλες περήφανες καλόκαρδες μανάδες
ακούραστες εργάτριες της σπιτικής μας ευτυχίας.
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ’ αυτούς
που τα σκατά τα κάνουν ήλιο και θάλασσα.
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ’ αυτούς
που συντηρούν τους σχολικούς μας μύθους.

(more…)

12/10/2010

Παυλίνα Μάρβιν, Το πλανόδιο Μπονζάι

Filed under: Αφορμές — pavlinamarvin @ 5:09 μμ
Τριγύριζε το μικρό Mπονζάι. Αποφασισμένο στην αρχή, αφοσιωμένο. Ρωτούσε πάντοτε: «Εγώ Μπονζάι, εσείς;». Δεν του απαντούσαν πάντοτε. Κάποτε, το μπέρδεψαν με μποστάνι. Άλλοτε, ερωτεύτηκε μια ρώσικη νουβέλα. «Είμαι Μπονζάι, το υπέρμικρο διήγημα», της είπε. «Ω, ναι, εξαίρετα τα μπαλέτα μπολσόι! Τί ευγενής η πρόθεσή σας! Μα, λυπάμαι, είστε τόσο μικροκαμωμένο, που στέκεται αδύνατον να σας μάθω να χορεύετε. Τόσο μικρόσωμο που είστε, πόσο θα σας ταλαιπωρήσουν οι διασκελισμοί..». Σιωπηλό έφυγε εκείνο. Στο λιγότερο χιόνι, ίσως μ’ αναγνωρίσουν, σκέφτηκε, και τρύπωσε στην πατατούκα ενός ταξιδιώτη.
Σε μια υπόγεια παρισινή βιβλιοθήκη, γεμάτη στριμωγμένους, καταραμένους ενδεκασύλλαβους, «είμαι Mπονζάι», αποτόλμησε ξανά, «το υπέρμικρο διήγημα». «Μπονσουάρ!» αποκρίθηκε τρεκλίζοντας ο πιο μεθυσμένος όλων και κακάσκημος σαν γαλατικό σκυλί, «μπονσουάρ!», επανέλαβε καχύποπτα, εκσφενδονίζοντας αυτή τη φορά μια μεγάλη ποσότητα ξερατών πάνω στο ανυποψίαστο είδος, εκκεντρικά προσκαλώντας το να συμποσιαστεί. «Μιαν άλλη φορά», ψέλισσε το μικρό Μπονζάι προσπαθώντας μάταια να ερμηνεύσει τις παραφορές. «Τώρα, καλύτερα να γυρίσω σπίτι. Μπονσουάρ.», προσέθεσε πικρά, και πήρε το οτομοτρίς. (more…)

28/09/2010

Π.Ε. Δημητριάδης, Μνήμες ’85

Filed under: Αφορμές,Τεφλονοποιήματα — kyokokishida @ 2:50 μμ

1η Μαΐου, σε πλατεία φωτισμένη
κρατάω μια πράσινη σημαία με το μέλλον μου
Σε μια καρέκλα πλαστική κάθεται δίπλα μου κι αυτή
και μεθυσμένη από το φως Του τραγουδάει
Με έναν Ήλιο στα μάτια κι έναν κόσμο στα χέρια
με ταΐζει ποπ-κορν…

Ακαδημία ρουσφετιών και ανομημάτων,
εσύ μας έμαθες τα πρώτα μας τραγούδια,
εσύ μας έδωσες τον πρώτο μας παλμό
σε φωτεινά φεστιβάλ-λαϊκισμού ρεσιτάλ
Μέσα απ’ τα μάτια της, Ανδρέα,
έναν θεό έβλεπα κι εγώ
Στην κουρασμένη επαρχία έχει ο λαός κυριαρχία·
μέσα απ’ το μόχθο της σε έβλεπα κι εγώ
Στην ανθισμένη επαρχία έχει η καρδιά κυριαρχία·
με την καρδιά της σε αγάπησα κι εγώ

[κι εδώ μελοποιημένο]

22/09/2010

Άλογοι Λιμερικοδιάλογοι



ήταν ένα μπάτσος από το Τιμποκτού,
μια πόρνη κι ένας γέροντας από κάπου αλλού
——μαζεύτηκαν μα ήταν λειψεροί
——κάτι τους έλειπε, μήπως γνωρίζεις τι;
στείλε απαντήσεις μέχρι τις 30 του μηνού!

Αρχικά, για να μην ξεχνιόμαστε, υπενθυμίζω ότι η λιμερικοϋποβολή λήγει στις 30/9, σπεύσατε!

Που λέτε, για τις ανάγκες του αφιερώματος (βλέπετε Τεφλόν #3) είχα στείλει λιμερικοπρό-σ-κληση σε φίλους γνωστούς και αγνώστους που υπέθετα, ή μάλλον προσδοκούσα, πως θα ενδιαφέρονταν για το εν λόγω εγχείρημα. Οι απαντήσεις που έλαβα ήταν διαφόρων ειδών: αόρατες, τύπου ευχαριστούμε αλλά δεν ή τύπου μπράβο, υποστηρίζουμε αλλά δεν, τυπικές, ένθερμες, σκέτες, ενθουσιώδεις, άμεσες, κλπ. Υπήρχαν και περιπτώσεις που η απάντηση δυναμίτισε μια άλλη απάντηση, κι αυτή μια άλλη και έπειτα η άλλη μια επόμενη και ούτω καθεξής. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος λιμερικοδιαλόγου-τσιγκλίσματος, το οποίο απόλαυσα ιδιαίτερα. Ιδού, λοιπόν, ορισμένα λιμερικοδιαλογοαποσπάσματα:

(more…)

18/08/2010

ο Μίλτος και το Kοντραμπάσο

Filed under: Αφορμές,Τέντωσε τ' αυτιά,veni vidi scripsi — pavlinamarvin @ 10:26 μμ
Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου βρέθηκα στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου της Άνω Σύρου για να παρακολουθήσω το σχήμα με το ιδιόρρυθμα χαριτωμένο όνομα «ο Μιχάλης Σιγανίδης και οι φίλοι του Μίλτου Σαχτούρη» να δίνει μία μουσική παράσταση στηριγμένη σε «ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη αλλά και σε κείμενα των Ομάρ Καγιάμ, Ανδρέα Εμπειρίκου, Σάμιουελ Μπέκετ, Λέοντα Κουκουλά καθώς και σε στίχους του ίδιου του συνθέτη». Η βραδιά ήταν ενδιαφέρουσα και εξίσου ενδιαφέροντες υπήρξαν οι διάλογοι που την ακολούθησαν. Το μισό ακροατήριο είχε εξακριβωμένα προσέλθει για να ακούσει τον Αλκίνοο Ιωαννίδη να τραγουδά τον Βόσπορο και την αγορά του Αλ Χαλίλι (μη φανταστεί κανείς πως δεν μου αρέσουν αυτά) μα εκείνος συμμετείχε στην ιστορία εναλλάσσοντας οικεία και παράξενα πνευστά, απαγγέλλοντας, και τραγουδώντας –πλην όμως όχι τα γνωστά– χορωδιακά ή σόλο. Ο κοντραμπασίστας Σιγανίδης με το ταιριαστό παρουσιαστικό και το όργανο με τα πολλά πρόσωπα, ενίσχυε κατά καιρούς το παράδοξο της παράστασης, με φράσεις όπως «Μας συγχωρείτε, έχουμε έντεκα μήνες να παίξουμε» και «Θα το πάρουμε από την αρχή, είμαστε ξεκούρδιστοι». Παραταύτα, ελάχιστοι αποχώρησαν, εδώδιμα δεν προσγειώθηκαν επί σκηνής, ένα δίχρονο μωρό φώναξε δις ενθουσιασμένο «κι άλλο, κι άλλο!». (more…)

06/08/2010

Tyger

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 1:07 πμ

23/06/2010

Γιώργος Λαμπράκος, Μπρούμυτα

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Τρία — kyokokishida @ 9:42 μμ
Ύστερα από τη δολοφονία που είχε συγκλονίσει τον τόπο δίνοντας σε κακοποιά και καλοποιά στοιχεία την άδεια να κάνει έκαστο του κεφαλιού του, η τάξη, προς λύπη αριστερών και αστυνομικών που αμιλλούνταν χύνοντας αίμα για το ποιος έχει τις πιο πολλές αρχές και ποιος τις τηρεί πιο απαρέγκλιτα, είχε επανεδραιωθεί, οπότε πολλοί υπεύθυνοι και ανεύθυνοι, έχοντας ελευθερωθεί από εξωτερικά και εσωτερικά δεσμά, επέστρεψαν στην Αθήνα από όπου κι αν βρίσκονταν, κι ανάμεσά τους ο αναρχικός Γιώργος Κουκούλας.
Ήταν τριάντα δύο ετών, ψηλός, ασπριδερός, αποφασισμένος να βάλει τέλος στη μοδάτη αξύριστη φάτσα του, χωρίς συνάμα να μπορεί να βάλει τέλος στις αρχές μιας ντεμοντέ στιλπνής καράφλας. Το πρόσωπό του δεν το φώτιζε καμία χαρά, όσο για το βλέμμα του, σελάγιζε ωχροπράσινους κεραυνούς· το στόμα του, εντούτοις, αποτελούνταν από δύο γλυκά βερμιγιόν χείλη.   (more…)

10/06/2010

Ζάφοντ Ρέπλικαντ, Ο μαιτρ και η πειθαρχία

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 10:49 πμ

Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, στο μυθιστόρημά του «ο μαιτρ και η Μαργαρίτα», περιγράφει τον διάλογο του ρωμαίου κυβερνήτη της Ιουδαίας, με κάποιον εβραίο ονόματι Γέσουα, που είχε συλληφθεί για υποκίνηση απείθειας και ταραχών. Ο εβραίος δεν μοιάζει να φοβάται μπροστά στην φονικότατη και πέραν αμφισβήτησης ρωμαϊκή εξουσία, και μπροστά στις μεθόδους πειθούς που χρησιμοποιούν και στις ποινές που επιβάλλουν, που όλοι τις τρέμουν, σοφώς ποιούντες, και εκ πείρας. Η φαινομενικά αδικαιολόγητη και ενοχλητικά αστήρικτη έλλειψη έμφρονος φόβου του Γέσουα, μοιάζει με την απάθεια και την αγνωσία του κινδύνου που επεδείκνυε ο Ντεσπερό, ένα ποντίκι καρτούν, που στο σχολείο των ποντικών ήταν απροσάρμοστος και έτσι δεν έμαθε την βασική γνώση που έπρεπε να αποκτήσει ένας ποντικός, την γνώση του φόβου, που έπρεπε να τον αισθάνεται και να τον επιδεικνύει εκάστοτε. Ο Ντεσπερό δεν φοβόταν λοιπόν, όταν έπρεπε, και έτσι, απέναντι σε αντίπαλους ακαταμάχητους είχε μια στάση ανάρμοστη, σε σχέση με το τι μπορούσαν να του κάνουν, και τι δεν μπορούσε να τους κάνει αυτός. Δεν μπορούσε να κάνει στοιχειώδεις αξιολογήσεις περί του αντίπαλου και της διαφοράς ισχύος που τους χώριζε, δεν μπορούσε στοιχειωδώς να προβλέψει τι θα γινόταν μετά, εν όψει των προηγουμένων, και γενικά ήταν υπερβολικά εκτεθειμένος.
Ο Γέσουα, λοιπόν, ήταν φανερά στην λάθος κατεύθυνση, ήταν ανεδαφικώς ανεκπαίδευτος στην αξιολόγηση της κατάστασης, και έτσι, προκλητικά αλλόκοτος μπροστά στον Πιλάτο. Τον αποκαλούσε, «καλέ μου άνθρωπε», όπως ο φουκαράς Βέγγος, τους διάφορους φουκαράδες στις ταινίες του, (more…)

07/06/2010

Peter Constantine, Στοχασμοί πάνω σε μια ετοιμοθάνατη γλώσσα

Filed under: Αφορμές,Τεφλονομεταφράσεις — kyokokishida @ 10:34 μμ

Ο θάνατος μιας γλώσσας σπάνια είναι ξαφνικός: πρόκειται συνήθως για μια διαδικασία μαρασμού που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή καθώς μια κοινότητα σταδιακά εγκαταλείπει μια μητρική γλώσσα που μιλιέται από αρχαιοτάτων χρόνων υιοθετώντας μια πιο δυνατή και ισχυρότερα συνδεδεμένη με την καθημερινότητα. Γιατί να επιλέξει να μιλήσει κανείς μια γλώσσα που είναι κατανοητή σε λίγα μόνο χωριά αντί της ευχέρειας λόγου σε μια κραταιά εθνική γλώσσα;

Οικογενειακοί δεσμοί με συνδέουν με την ορεινή Κορινθία. Μέχρι το γεμάτο στροφές μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό να γίνει λασπωμένος δρόμος στη δεκαετία του ’50, και επιστρωμένος δρόμος στα τέλη του ’60, η γλώσσα που μιλιόταν εκεί ήταν τα Αρβανίτικα –ή Αρμπερίσστε, όπως τα λέμε. Η Ελλάδα έχει πολλές τοπικές γλώσσες που πεθαίνουν, όπως τα Τσακώνικα, τα Πομάκικα, τα σλάβικα Νάστατα, και τα Βλάχικα. Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα του ’70, ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος στη γλωσσική κοινότητά μας δώσαμε προσοχή στην υγεία και στην ανθεκτικότητα της γκλούχα τριμερίσστε, της δικής μας «γενναίας γλώσσας». Δεν υπήρχε κάποιο κίνημα για τη διαφύλαξη της γλώσσας ή για την καταγραφή (πρόκειται για μια αμιγώς προφορική γλώσσα) και την τυποποίησή της. Όταν την δεκαετία του ’90 το Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες έστειλε γλωσσολόγους να καταγράψουν την κατάσταση της γλώσσας μας, οι κάτοικοι του χωριού νομίσανε ότι επρόκειτο για κάποιου είδους συνωμοσία και τους κυνήγησαν με ραβδιά.

Ένα ξεκάθαρο σημάδι ότι δεν πηγαίνουν όλα καλά με τη μητρική σου γλώσσα είναι όταν συνειδητοποιείς πως δεν γνωρίζεις τη λέξη για τον «ηλεκτρισμό» ή τον «διακόπτη» –γιατί οι λέξεις αυτές δεν υπάρχουν στη γλώσσα σου– αλλά γνωρίζεις ότι πουρτέκε είναι η βέργα που χρησιμοποιείς για να ρίξεις τις ώριμες ελιές από το δέντρο, και ότι σσέκουλιτε είναι το δέρμα της κατσίκας (λεκούρατε ε δίβε) μέσα στο οποίο διατηρείται και ωριμάζει ένα είδος τυριού που λέγεται ντιάθετε ε σσάκουιτ (τουλουμοτύρι). Αυτό το είδος τυριού, το οποίο διατηρείται σε δέρμα κατσίκας μένει φρέσκο για έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς να χρειάζεται ψυγείο –άλλη μια λέξη που δεν έχουμε στη γλώσσα μας. Ο σύγχρονος ομιλητής των Αρβανίτικων, λοιπόν, μπορεί να ξέρει τα πάντα για γούρνες (κόριτα), ψαλίδες (γκερσσέρα), στάνες (βάθρατε), και όλα τα μέρη ενός άροτρου, αλλά δεν μπορεί να πει: «Το i-phone μου δεν έχει σήμα σε αυτή την πλαγιά του βουνού». (more…)

18/05/2010

Ραψωδός Φιλόλογος, Ένα τσιγάρο δρόμος (feat. Spike 69)

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Τρία — kyokokishida @ 8:06 μμ

Ένα τσιγάρο δρόμος από τα φωτεινά στα σκούρα,
σαν από την πρώτη μέχρι την τελευταία τη τζούρα.
Απ’ τη σιωπηλή μου άγνοια στου λόγου το μπαϊράκι,
απ’ τη γόπα στα χείλη μέχρι τη γόπα στο τασάκι.

Ζάφοντ Ρέπλικαντ, Αν σε ζορίζει άσε το

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 7:13 μμ
Γράφει σε κάποιο ποίημα ο Ζαν Μορεάς, «αφού όλα γίνονται μονάχα για να δίνουν στα ποιήματά σου μια αφορμή!» και απευθύνεται μεταξύ άλλων στον εαυτό του, μιλώντας έτσι γενικά, για τον κόσμο. Εντάξει, μοιάζει σαν κάποιος χαζούλης ορισμός της ομφαλοσκόπησης, ας πούμε, αλλά μοιάζει κι αλλιώς. Μοιάζει και με μια δικαιολογία για γράψιμο. Η «ζωή το σύμπαν και τα πάντα» δεν έχουν σκοπό, δεν τείνουν κάπου, η ενδελέχειά τους είναι ακριβώς το αντίθετο από κάτι ευχάριστα κατανοητό, όθεν, το να γράφεις, φιλοσοφώντας περι διαγραμμάτου και περί των ανωτέρω, είναι κάτι σαν σκοπός. Εγώ πάντως περνάω καλά, κάνοντας κάτι σχετικό, και όπως έγραφε και ο Μπουκόφσκι προς νέους ποιητάς, αν σε ζορίζει άσε το καλύτερα, κι αν με αγωνία περιμένεις να το διαβάσουν και να σου πουν τη γνώμη τους προκειμένου να διαμορφώσεις και την δική σου, άσε το καλύτερα.
Μου αρέσει το στυλ «ας υποθέσουμε» του Καρυωτάκη, στο ποίημα με τον εύστοχο τίτλο «αισιοδοξία», είναι το ίδιο στυλ με του Νικολαΐδη, άντε του πρωταγωνιστή του, στα «γουρούνια» του, που συναναστρεφόταν κατ εξοχήν με πεθαμένους της αρεσκείας του. Ήταν εκείνο το ραντεβού με την Ρίτα Χέηγουορθ, στο σπίτι της στον λόφο με τα φοινικόδεντρα. Οι μεγάλες τζαμαρίες στο σαλόνι άφηναν να φαίνεται ο έξοχος κήπος με τα δέντρα μέσα στην θύελλα, και ο λεγάμενος ονειρευόταν ολημερίς το ραντεβού, σε στυλ «ας υποθέσουμε», και η Ρίτα είχε διώξει το υπηρετικό προσωπικό και όλα ήταν στην εντέλεια. «Ας υποθέσουμε», λοιπόν, «πως είμαστε εκεί πέρα, σε χώρες του βορρά, για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά, έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα».

21/04/2010

Σαμσών Ρακάς, Η ουρά και η αχλάδα

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 11:06 μμ


για κάνε σούμα: πόσες επισκέψεις έχεις σήμερα; 72; εντάξει, θα μπορούσες και καλύτερα αλλά σίγουρα, πρέπει να γίνεις πιο κοινωνικός, πρέπει να μιλάς περισσότερο, να αφήνεις σχόλια εδώ και κει αν θέλεις κι άλλους επισκέπτες. παράτησέ τα όλα, πάψε να σπαταλιέσαι και πήγαινε να γράψεις αμέσως. είναι καιρός να κάνεις μια καινούρια ανάρτηση, οι αναγνώστες είναι ανυπόμονοι κι αμείλικτοι. εντυπωσίασέ τους. το ηλεκτρονικό μηχανάκι της agb μετράει την επιτυχία σου κάθε στιγμή. κάτσε να δω, τόση ώρα που μιλάω μπορεί να έχουν μπει κανα δυο ακόμη. δε χορταίνεις τη πελατεία. θες να ξεπουλήσεις, εναλλακτικά πάντα, και βγάζεις την αναρχία σε πίξελ για αρχάριους, για μελαγχολικούς, για μηδενιστές, για γκαζάκηδες, για τραβεστί και για κουλτουριάρηδες. μαλάκα μου, είσαι ένας νάρκισσος, ένας θεατρώνης για μαμόθρεφτα με adsl. γλείφεις λίγο εσύ – γλείφουν λίγο αυτοί κι η μέρα περνάει, βγαίνει η μαστούρα της αποθέωσης. μαλάκα μου γράφεις και ποιηματάκια μού είπανε. ποιός φαντάζεσαι πως είσαι; κάτσε να δω, μπηκε κανείς στο blog τόση ώρα που γράφω; κανείς, κακιά στιγμή. σε λίγο θα σκάσουνε ορδές, θα αρχίσουνε να πέφτουνε βροχή τα σχόλια κι εσύ θα πέσεις στο κρεβάτι ξανά σα νικητής στο βατερλώ των ιστολογίων. λοιπόν γαμημένε blogger, να ξέρεις πως είσαι ένας υπαλληλάκος καταδικασμένος να μετράει τις μονάδες του μετρητή του, άχρηστος και ξοδεμένος σαν τα ρολόγια της ΔΕΗ, κι αν σταματήσουν να γυρνάνε θα τρέμεις από το black out. τι κιλοβάτ τι κιλομπάιτ, γι’ αυτό πέθανε μετά χαράς, εσύ και το μαγαζάκι σου μα κυρίως το ειδικό και μορφωμένο target group σου.

[αναδημοσιευμένο απεδώθε. το θυμάμαι κάθε φορά που ακούω για αναγνωσιμότητες ιστολογίων.]

Λίγα ακόμα λόγια για τον Γ.Σ.

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 10:40 μμ

Ισόπαλο τραύμα ή γιατί φωλιάζουν στον ύπνο μου τα ποιήματα του Γιάννη Στίγκα

[του Χρήστου Αγγελάκου, αναδημοσίευση από τη Νέα Εστία του Μάρτη 2010]

Εκείνος που είναι αποφασισμένος να εργαστεί
γεννά τον ίδιο του τον πατέρα.

Σέρεν Κίρκεργκωρ

Eν αρχή ην ο γρίφος: Ισόπαλο τραύμα –τυπογραφία φθαρμένη με τη βοήθεια του photoshop και βυθισμένη στο πλακάτο κόκκινο του εξωφύλλου: Τραύμα ισόπαλο με ποιον; Με τι; Ποιος διαιτητεύει; Και το κυριότερο: Σε ποια στιγμή του αγώνα καταγράφεται η ισοπαλία;

Προφανώς ο Στίγκας έχει τις απαντήσεις του. Προφανώς έχω κι εγώ τις δικές μου. Όμως, στο ρινγκ της γραμμένης σελίδας, ο αγώνας ποιητή και αναγνώστη δεν είναι ποτέ ισόπαλος.

Στον “Άγνωστο του εξπρές”, ο Χίτσκοκ μάς αποκάλυψε νωρίς το δολοφόνο: Το μόνο κεφάλι στην κερκίδα των θεατών που έμενε ακίνητο, αδιαφορώντας σε ποια μεριά του τεραίν έπεφτε το μπαλάκι του τένις.

Αυτός που προικίστηκε με την τέχνη του φόνου κοίταζε-μπροστά-κοιτώντας-προς-τα-πίσω. Το ίδιο βλέμμα ανακαλύπτω στα ποιήματα του Στίγκα, σε όλα τα ποιήματα που με κάνουν να ανησυχώ. Αποκλείοντας ό,τι κινείται στην περιφέρεια, το βλέμμα προσηλώνεται στο κέντρο: Πεισματικό. Ελλειπτικό. Ακαριαίο. (more…)

15/04/2010

Εμμανουήλ Λαμπρίδης, Ανέστη(ς Βλάχος)

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 12:59 μμ

Ήτανε Μεγάλη Πέμπτη, καλή μου. Απόγευμα προς μεσημέρι. Ο Ανέστης μας έκανε φιγούρα το νέο του ποδήλατο και στη μεγάλη στροφή μετα τον Αι Γιώργη έφαγε τα μούτρα του. Τα γόνατά του σκίστηκαν και το αίμα άρχισε να τρέχει. Ποτάμι και ύστερα λίμνη. Έβραζε το αίμα του.

Τρεις γριές με πανέρια γεμάτα αυγά έτρεξαν να επωφεληθούν. Γλυτώσαν τις χημικές βαφές. Η κυρα Τούλα είχε τα χέρια της βουτηγμένα στο αίμα. Μια νεοφερμένη Αλβανίδα που δεν ήξερε ακόμη ελληνικά της είπε, All you need is glove.
Ναι, αλλά τι θα γίνει με τα bloody suede shoes? απάντησε η κυρα Τούλα δείχνοντας τα πόδια της.

H μάνα του Ανέστη βγήκε ωρυόμενη στη δημοσιά φωνάζοντας, Χριστέ μου! το παιδί!

Ο Χριστός ούτε που γύρισε να κοιτάξει, ανέβαινε προς το Γολγοθά με το σταυρό στους ώμους του. Είπε μόνο, Εγώ ειμί ο αμνός του Θεού, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου.

Είσαι τυχερός γιατί φέτος θα ψήσουμε κατσικάκι, του απάντησε αυτή.

Ο Χριστός είχε έρθει την Κυριακή των Βαϊων στο χωριό. Ήταν ισπανός και τον λέγανε Jesus. (more…)

Επόμενη σελίδα: »

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.