B. Ehrenreich & D. English: Μάγισσες, μαίες, νοσοκόμες

C34B935FDE674A6A01B31636C31896AD

Oι γυναίκες ήταν ανέκαθεν θεραπεύτριες. Στην ιστορία της Δύσης οι γυναίκες ήταν γιατρίνες και ανατόμοι χωρίς κάποια επίσημη άδεια. Έκαναν εκτρώσεις, ήταν νοσοκόμες και είχαν συμβουλευτικό ρόλο σε ιατρικά ζητήματα. Ήταν φαρμακοποιοί, καλλιεργούσαν θεραπευτικά βότανα και μοιράζονταν τα μυστικά των χρήσεών τους. Ήταν μαίες που ταξίδευαν από σπίτι σε σπίτι και από χωριό σε χωριό. Για αιώνες, οι γυναίκες ήταν γιατρίνες χωρίς πτυχία, χωρίς πρόσβαση σε βιβλία και πανεπιστήμια, όμως την ίδια στιγμή μάθαιναν η μια από την άλλη και μετέδιδαν την εμπειρία τους από σπίτι σε σπίτι και από γενιά σε γενιά. Ο λαός τις αποκαλούσε «σοφές γυναίκες», ενώ οι αρχές «μάγισσες» και «κομπογιαννίτισσες». Η ιατρική λοιπόν είναι μέρος της κληρονομιάς μας, της ιστορίας μας, των δικαιωμάτων μας ως γυναίκες.

Συνέχεια ανάγνωσης «B. Ehrenreich & D. English: Μάγισσες, μαίες, νοσοκόμες»

Δείτε ονλάιν τη μικρού μήκους ταινία «Έφυγε η Συρία, έφυγε»

Μετά την πρώτη προβολή της στο Paris Festival for Different & Experimental Cinema και την επιλογή της από σημαντικά διεθνή φεστιβάλ (Experiments in Cinema, Internationale Kurzfilmtage Winterthur, Kasseler Dokfest, L’Alternativa κ.ά), η μικρού μήκους ταινία «Έφυγε η Συρία, έφυγε» είναι διαθέσιμη πλέον στο διαδίκτυο.

Πατήστε εδώ για να δείτε την ταινία.

«Έφυγε η Συρία, έφυγε» (Λέσβος & Αθήνα, 2016, 7΄54΄΄, με αγγλικούς υπότιτλους)

Ένα πρωί η Συρία χαιρετά τον Χατζίκ που έχει το μανάβικο στη γωνία και τη Νεκρά Θάλασσα, παίρνει τις μαντίλες της, τους δρόμους της, τα χαλάσματά της, ζεύεται τους νεκρούς της και φεύγει.

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Jazra Khaleed | Φωνή: Ελένη Μπ. | Φωτογραφία: Sylvain L’Esperance | Μοντάζ: Γιάννης Καραμήτρος | Ήχος: Jason Bakey

Γυναίκες και ιατρική στις αρχές του 20ού αιώνα

Οι γυναίκες δεν αποτελούν «τάξη»˙ δεν καταπιέζονται όλες το ίδιο˙ δεν βιώνουν όλες τον σεξισμό με τον ίδιο τρόπο. Την περίοδο μεταξύ 1865 και 1920 οι ταξικές διαφορές μεταξύ των γυναικών στην Αμερική ήταν ιδιαίτερα έντονες: η καθημερινότητα, οι συνήθειες και οι προσδοκίες των γυναικών της ανώτερης τάξης είχαν ελάχιστα κοινά με τις αντίστοιχες των γυναικών της εργατικής τάξης. Ήταν μια περίοδος ταχείας βιομηχανοποίησης, αστικοποίησης και ταξικής πόλωσης, η οποία επηρέασε όλους τους Αμερικανούς. Στις πόλεις –εδώ καταπιανόμαστε μόνο με το αστικό περιβάλλον, απ’ όπου ξεκινούσαν οι ιατρικές τάσεις– δύο τάξεις, ουσιαστικά καινούργιες για την αμερικανική κοινωνία, είχαν αρχίσει να επικρατούν: η μεγαλοαστική τάξη, η οποία βάσιζε τον πλούτο της στις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία, και η βιομηχανική εργατική τάξη, η οποία με την εργασία της παρήγαγε αυτόν τον πλούτο.

Οι κοινωνικοί ρόλοι των γυναικών σε αυτές τις δύο τάξεις ήταν σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Για τις εύπορες γυναίκες μια κοινωνικά συνταγογραφημένη ζωή αναπαυτικής οκνηρίας˙ για τις γυναίκες της εργατικής τάξης εξαντλητικός μόχθος. Καμία ενιαία ιδεολογία του σεξισμού δεν θα μπορούσε να αγκαλιάσει και τις δύο αυτές πραγματικότητες ή να εξηγήσει και τους δύο κοινωνικούς ρόλους. Συνεπώς η βιοϊατρική έπρεπε να παρέχει δύο διαφορετικές θεωρίες για τις γυναίκες: μία κατάλληλη για τη μεγαλοαστική τάξη (και τη μεσαία τάξη που εποφθαλμιούσε τον τρόπο ζωής της ανώτερης μεσαίας τάξης) και μία κατάλληλη για τις φτωχές γυναίκες της εργατικής τάξης.

Ήταν σαν να υπήρχαν δύο διαφορετικά θηλυκά ανθρώπινα είδη. Οι εύπορες γυναίκες θεωρούνταν εγγενώς άρρωστες, πολύ αδύναμες και εύθραυστες για οτιδήποτε πέραν των πιο ήπιων ασχολιών, ενώ οι γυναίκες της εργατικής τάξης θεωρούνταν εγγενώς υγιείς και εύρωστες. Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης, που εργάζονταν πολλές ώρες και δεν ξεκουράζονταν ούτε τρέφονταν αρκετά, υπέφεραν πολύ περισσότερο από μεταδοτικές ασθένειες και επιπλοκές στη γέννα απ’ ό,τι οι πλούσιες γυναίκες.

Όμως οι γιατροί αντέστρεψαν την αιτιότητα και βρήκαν ότι η ήπια, «πολιτισμένη» ζωή των ανώτερων τάξεων ήταν πιο απειλητική για την υγεία και ενδιαφέρουσα από ιατρικής άποψης απ’ ό,τι η σκληρή εργασία και η στέρηση.

Απόσπασμα από το βιβλίο: Barbara Ehrenreich και Deirdre English,
Παθήσεις & διαταραχές: Φύλο, ιατρική και ασθένεια, εκδ. Αρχείο 71

R.I.P. Max Ritvo (1990-2016)

ΤΟΣΗ ΠΟΛΛΗ ΑΝΑΣΑ

Άνοιξε διάπλατα το κορίτσι,
γέμισέ την με αέρα:
ορίστε η πρώτη βάρκα.

Στην αρχή είναι μόνο ένας, πάνω στη βάρκα για έναν,
ροζ ώμοι χαστουκίζουν τον άνεμο.
Άλλη βάρκα είναι αυτή;

Για κουπιά χρησιμοποιήσαμε τα χέρια μας, που χτυπάγανε το ένα πάνω στο άλλο.

Η θάλασσα στέγνωσε και ο ήλιος έδυσε.
Μείναμε να κρατάει ο ένας τα χέρια της άλλης˙
η βάρκα αναστέναξε και πήρε να βυθίζεται στη λάσπη.

Ένας λόφος εμφανίστηκε, κι ένα σπίτι,
και μπήκαμε και πέσαμε για ύπνο.

Τα μάτια σου κλείνουν, θηλαστικό μου.
Το χαμόγελο στο πρόσωπό μου
είναι ο θρίαμβος της ιδέας και της γαλήνης σου.

Συνέχεια ανάγνωσης «R.I.P. Max Ritvo (1990-2016)»

Γιάζρα Χαλίντ, Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα

Grozny_Cover

Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα,
σφυρήλατος και σιωπηλός,
βλέπει τις Δευτέρες ν’ απομακρύνονται χωλαίνοντας,
νιώθει τις ψείρες να πληθαίνουν στις μασχάλες του,
γεμίζει αίμα σιγά σιγά ο πόνος του˙
θλίβεται, ιδρώνει, κουμπώνεται,
μετρά τα ένσημά του και βρίσκει τη ζωή του λειψή,
τόσα χρόνια δουλειάς και δεν κέρδισε ούτε ώρα,
τι έχει να περιμένει τώρα;

Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα,
στην άκρη της ζωής του κάθεται,
με τους λυγμούς του και τις ζωικές του λειτουργίες,
με την οργή του που ’ναι τόσο κοντή σε ίντσες,
τις λέξεις του που λιγοθυμούν λιπόσαρκες.
Κάθεται και βλέπει να περνάνε από μπροστά του
το σταθερό κεφάλαιο,
το προτσές εργασίας,
η εξαγωγή της υπεραξίας,
οι καημοί του με κατεβασμένο το κεφάλι˙
κοιτάζει τ’ άδεια χέρια του, οστέινα κι ερειπωμένα,
στις παλάμες του λιγοστεύουν οι μπουκιές,
στο ψωμί του λιγοστεύουνε τα κόκαλα. Συνέχεια ανάγνωσης «Γιάζρα Χαλίντ, Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα»