Γιάζρα Χαλίντ, Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα

Grozny_Cover

Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα,
σφυρήλατος και σιωπηλός,
βλέπει τις Δευτέρες ν’ απομακρύνονται χωλαίνοντας,
νιώθει τις ψείρες να πληθαίνουν στις μασχάλες του,
γεμίζει αίμα σιγά σιγά ο πόνος του˙
θλίβεται, ιδρώνει, κουμπώνεται,
μετρά τα ένσημά του και βρίσκει τη ζωή του λειψή,
τόσα χρόνια δουλειάς και δεν κέρδισε ούτε ώρα,
τι έχει να περιμένει τώρα;

Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα,
στην άκρη της ζωής του κάθεται,
με τους λυγμούς του και τις ζωικές του λειτουργίες,
με την οργή του που ’ναι τόσο κοντή σε ίντσες,
τις λέξεις του που λιγοθυμούν λιπόσαρκες.
Κάθεται και βλέπει να περνάνε από μπροστά του
το σταθερό κεφάλαιο,
το προτσές εργασίας,
η εξαγωγή της υπεραξίας,
οι καημοί του με κατεβασμένο το κεφάλι˙
κοιτάζει τ’ άδεια χέρια του, οστέινα κι ερειπωμένα,
στις παλάμες του λιγοστεύουν οι μπουκιές,
στο ψωμί του λιγοστεύουνε τα κόκαλα. Συνέχεια ανάγνωσης «Γιάζρα Χαλίντ, Ένας άνεργος κάθεται σε μια πέτρα»

Ευχή για τον απρόσεχτο ταξιτζή

Από τότε που έπαθα καρκίνο
από κεκτημένη ταχύτητα
ζητάω στο ταξί να σβήσουν το τσιγάρο
«γιατί; τι σχέση έχει;»
παρόλα τα επιστημονικά δίκια του
χίλιες γόπες είχαν πάρει
το σχήμα ενός μεγάλου φαλλού

Αλλά το χειρότερο ήταν
το βράδυ που ένας από αυτούς
τους τετράτροχους φασίστες
έκανε θανατηφόρο κομπλημάν

ψιθυριστά του εξήγησα
δεν μου έχει μείνει πολλή φωνή
γιατί ο όγκος…
και τα λοιπά

Ο τετράτροχος φασίστας απαντά
«Αχ τι τυχερός που είναι ο άντρας σου!
Θα κάνει ό,τι θέλει για την πάρτη του.»
Κοινώς
είσαι
σέξυ
λειτουργική
αγαπημένη
όταν δεν αρθρώνεις λέξη

Ξαφνικά είδα μπροστά μου ένα φορτηγό
αντίθετο ρεύμα
στην Αχαρνών
από κεκτημένη ταχύτητα
να τον συνθλίβει πάνω στο τιμόνι
με τη γόπα στο μάτι του
να μη μπορεί πια
να αρθρώσει λέξη

Από το περιοδικό Μιγάδα, τεύχος 7

Όμορφη σαν φυλακή που καίγεται

daal_coverJulius Van Daal
Όμορφη σαν φυλακή που καίγεται
Μετάφραση: Ελένη Γιώτη
ΤΟΠΟΒΟΡΟΣ εκδόσεις εξαρχείων

Άγρυπνοι φτωχοδιάβολοι χωρίς μέλλον ξεπήδησαν μέσα στη νύχτα, εφορμώντας ανά δεκάδες χιλιάδες από τα slums [φτωχογειτονιές] του Γουαϊτσάπελ και του Σάδαρκ, από τις τρώγλες και τα φτωχοκομεία, από τα εργαστήρια των μαστόρων και τις λιμεναποθήκες, τα μπουρδέλα και τα καπηλειά. Τούτοι εδώ οι άνθρωποι χλευάζουν τον Πάπα και τον Βασιλιά, τους Τόρις και τους Ουίγους, τις θρησκευτικές τελετές και τις ράντες, την τέχνη του κυβερνάν και του διοικείν. Θέλουν να κόψουν τη γλώσσα των ιεροκηρύκων και να καταβροχθίσουν το χέρι που τους πετά τα ψίχουλα της εμπορικής επέκτασης. Θέλουν την κατάργηση όλων των νόμων και των αρχών κι όλα να ανήκουν σε όλους. Θέλουν να δουν τα κάτεργα τυλιγμένα στις φλόγες, σε μια πόλη από την οποία λιποτάκτησαν τα μεγάλα πορτοφόλια και τα μεγάλα κεφάλια. Επιθυμούν διακαώς το τέλος της τάξης πραγμάτων. Φλέγονται να πραγματοποιήσουν το παλιό όνειρο Επαγγελίας των μεγάλων λονδρέζικων εξεγέρσεων: να δουν επιτέλους τα δημόσια σιντριβάνια ν’ αναβλύζουν γλυκό κρασί.

Συνέχεια ανάγνωσης «Όμορφη σαν φυλακή που καίγεται»