Τεφλόν #25, Lütfiye Güzel

ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ

γάλα
πίτσα
μερικά λαχανικά
μπανάνες
κι ένα ολυμπιακό μετάλλιο
οι κολυμβητές είναι έτοιμοι
κόκα κόλα
από καλοσχεδιασμένα μπουκάλια 0,33l
όπως τα ξέρουμε
απ’ τις εποχές των παραλιακών καφέ
δεν σπρώχνω καρότσι
κατά μήκος των διαδρόμων
δεν έχω την αυτοπεποίθηση για κάτι τέτοιο


Μετάφραση από τα γερμανικά: Μαριάννα Τσάτσου

«Η ζωή σαν κούτσουρο,/ εκ των προτέρων θλιβερή, και η σελήνη/ είναι μονάχα μια σημείωση». Με γλώσσα γυμνή, αμακιγιάριστη, χωρίς φραστικά στολίδια, ποιητικές φιοριτούρες και ρητορισμούς, η Τουρκογερμανίδα ποιήτρια περιγράφει τη στείρα και μουντή καθημερινότητα της εργατικής τάξης στη σημερινή Γερμανία, μια καθημερινότητα όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή και υλική ένδεια, ένα αίσθημα ασφυξίας: «αν δεν έχεις λεφτά/ τότε δεν έχεις τίποτα/ όμως σου παίρνουν ακόμα κι αυτό»

Τεφλόν #25: Ντμίτρι Κουζμίν, Άτιτλο

Αποτελέσματα πρόσφατης κοινωνιολογικής έρευνας:
Το 88% του πληθυσμού της χώρας μου είναι φασίστες.
Φριχτή είδηση, σκέφτομαι στο ασφυκτικά γεμάτο βαγόνι του μετρό.
Είναι αλήθεια ότι στην έρευνα δεν συμμετείχαν ανήλικοι, όμως με τέτοιους
γονείς, δασκάλους, συνεπιβάτες δεν υπάρχει ελπίδα.
88, έξυπνος αριθμός, δεν χρειάζεται πια
να κρύβεσαι πίσω απ’ την πλάτη του 14.
Φυσικά, πρόκειται μόνο για έναν μέσο όρο, σκέφτομαι,
στη βουλή της χώρας μου το ποσοστό μάλλον φτάνει στο 100%,
ενώ στη χθεσινή ποιητική βραδιά πιθανόν να μην ξεπερνούσε το μηδέν.
Μου φαίνεται ότι στον σταθμό «Οκτιάμπρσκαγια» οι άνθρωποι βρωμάνε περισσότερο
απ’ ό,τι στον σταθμό «Κομσομόλσκαγια», μιας και μαζεύτηκαν εδώ τυχαία.

Σκέφτομαι, στο βαγόνι υπάρχουν πάνω κάτω εκατό άτομα,
όμως δεν είναι εύκολο να μαντέψεις ποιος απ’ όλους αυτούς είναι μέσα στους 12.
Εκτός από κείνον τον μιγά που φορά μια άσπρη μπλούζα με μαύρα ρώσικα γράμματα:
«Να συμπεριφέρεσαι στους άλλους όπως θέλεις οι άλλοι να συμπεριφέρονται σε σένα»
‒δεν είναι δύσκολο να φανταστείς τι εμπειρίες κρύβονται πίσω απ’ αυτή τη στάμπα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Τεφλόν #25: Ντμίτρι Κουζμίν, Άτιτλο»

Τεφλόν #24, Zaina Alsous

ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Στην πόλη της Γάζας μεγαλώνουν καναρίνια
για να τα πουλήσουν: καρδερίνες υβρίδια,
στολίδια που τραγουδούν

εδώ πέρα
εδώ πέρα
εδώ πέρα

απ’ το ατομικό κλουβί˙
το ισοδύναμο
ενός μηνιάτικου.

Σπάνια πουλιά τρώνε
σκόνη στην αλ Τουφάχ,
μετοικούν στη μνήμη

αφότου πολεμικά αεροσκάφη
κυνηγήσουν το σμήνος.
Στη Βόρεια Καρολίνα είδα

κάποτε έναν καρδινάλιο
που θα μπορούσε να ’ναι
η γιαγιά μου,

η οποία πουλούσε ποπκόρν
στη λάθος πλευρά
μιας ακτογραμμής από γυαλί.

Τελικά,
της δίνεται η ευκαιρία
να ταξιδέψει. Προσπάθησα

να εκμυστηρευτώ πόσο
καιρό επιζητούσα
την αγάπη περισσότερο

απ’ την ιστορία˙
να μ’ έχει επιλέξει
ένα άλλο πουλί,

μια συστάδα ηλιοτρόπιων
σε διάταξη, να γεννούν
περισσότερο ήλιο,

μια ποικιλία ήλιου,
ίσως έπειτα
μια επιστροφή,

ίσως άνοιγμα φτερών,
κάπου αλλού.
Δεν είμαι

περήφανο άγριο ζώο.
Αυτά εδώ τα φτερά
είναι απλώς καρφιτσωμένα

στη μέση του ώμου˙
μιμούνται τον ήχο
του δειλινού. Σε λίγο, σε λίγο.


Μετάφραση από τα αγγλικά: Jazra Khaleed

Ορμώμενη από μια υλιστική αντίληψη της ιστορίας και με ελλειπτική γραφή που αντλεί στοιχεία από τον δοκιμιακό λόγο και την πολιτική οικονομία, η Αμερικανο-παλαιστίνια ποιήτρια μάς καλεί να θυμηθούμε, και να ονοματίσουμε, όσα χάθηκαν στις στάχτες που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία, να μην αφήσουμε τη μνήμη «υπό κρατική επιτήρηση». Μας παροτρύνει να αφουγκραστούμε τη γλώσσα των δέντρων και των πουλιών, να επινοήσουμε «μια θεωρία αέναων ξεκινημάτων», μη λησμονώντας ότι η άνοιξη πάντα «έρχεται διασχίζοντας τη χώρα».

Τεφλόν #24, Ριγιάντ Αλ Σαλέχ Αλ Χουσεΐν

ΚΑΠΝΟΣ

Μελαγχολικός κι ανοιχτός σαν τη θάλασσα,
σηκώνομαι να σας μιλήσω για τη θάλασσα.
Οργισμένος και θλιμμένος με τον κόσμο,
σηκώνομαι να σας μιλήσω για τον κόσμο.
Συνεκτικός, συμπαγής κι ασταμάτητος σαν ποτάμι,
σηκώνομαι να σας μιλήσω για το ποτάμι.
Όταν το παράθυρο αποκτήσει δυο μάτια για να κοιτάζει την απελπισία μου,
οι τοίχοι δάχτυλα για να ψηλαφίζουν τα πλευρά μου,
οι πόρτες γλώσσες για να με κουβεντιάζουν,
όταν το νερό έχει τη γεύση του νερού
κι ο αέρας τη γεύση του αέρα,
όταν αυτό εδώ το μελάνι έχει τη μυρωδιά του μελανιού,
όταν το τυπογραφείο αρχίσει να παράγει ποιήματα αντί για υπνωτικά χάπια,
τα χωράφια σιτάρι αντί για όπιο,
τα εργοστάσια πουκάμισα αντί για βόμβες,
τότε εγώ θα σηκωθώ, ξανά, θα σηκωθώ να σας μιλήσω για μένα.
Να σας μιλήσω για την αγάπη που δολοφονεί τα μοιρολόγια,
τα μοιρολόγια που άνοιξαν τα βασιλικά κατάστιχα
για να προσθέσουν τα ονόματά σας στη λίστα των νεκρών.
Θα σας μιλήσω για τους νεκρούς που περίμεναν μάταια
τους επιδέσμους και τ’ αντισηπτικά.
Θα σηκωθώ, ξανά, θα σηκωθώ
να σας μιλήσω για μένα
όπως ο δικτάτορας μιλά για τις φυλακές του,
ο εκατομμυριούχος για τα εκατομμύριά του,
ο εραστής για τα στήθη της αγαπημένης του,
το παιδί για τη μητέρα του,
ο κλέφτης για τα κλειδιά του,
ο κόσμος για όσους τον κυβερνούν.
Θα σας μιλήσω με αγάπη, αγάπη, αγάπη,
αφού όμως πρώτα ανάψω ένα τσιγάρο.


Μετάφραση από τα αραβικά: Jazra Khaleed

Ένας από τους πιο καινοτόμους ποιητές της γενιάς του, ο Αλ Χουσεΐν επηρέασε όσο λίγοι τη σύγχρονη συριακή ποίηση, παρά τον σύντομο βίο του. Τα ποιήματά του είναι βαθιά υπαρξιακά και συμβολικά, «απλά σαν νερό, καθάρια σαν σφαίρα», χαρακτηρίζονται από ιμπρεσιονιστικές εικόνες, σπαράγματα ενός παράλογου και βίαιου κόσμου στην «εποχή του νετρονίου/ την εποχή των βιαστικών φιλιών στη μέση του δρόμου/ την εποχή που περπατάμε στους δρόμους ισοπεδωμένοι».

Τεφλόν #24, Miyó Vestrini

Ο ΠΟΝΟΣ

Δίπλωσα τα πουκάμισά του με προσοχή
κι άδειασα το συρτάρι του κομοδίνου.
Δεδομένου του μεγέθους της θλίψης μου,
διάβασα Μαργκερίτ Ντιράς,
εχθρική και γλυκερή Μαργκερίτ Ντιράς,
πλέκει ένα σάλι για την αγάπη της.
Την πέμπτη μέρα
άνοιξα τις κουρτίνες.
Φως έπεσε στο λεκιασμένο κάλυμμα του κρεβατιού,
το διαμέρισμα γεμάτο σκουπίδια,
η κάσα της πόρτας ξεφλουδισμένη.
Τόσος πόνος,
από τόση ασχήμια.
Κοίταξα άλλη μια φορά την ποντικομούρη του
και τα πέταξα όλα στον αγωγό σκουπιδιών της πολυκατοικίας.
Η γειτόνισσα,
θορυβημένη απ’ την ποσότητα των απορριμάτων,
με ρώτησε αν είμαι καλά.
Πονάω, της είπα.
Στο γραμματοκιβώτιο βρήκα ένα ανώνυμο σημείωμα:
«Όποια έχει μια αγάπη
να τη φροντίζει
να τη φροντίζει
και τα σιφώνια να μη βρωμίζει».

Μετάφραση από τα ισπανικά: Kyoko Kishida, Πούθλε

Σε έναν κόσμο γεμάτο «εφιαλτικές καταιγίδες και σκοτεινές πεδιάδες», η ποιήτρια από τη Βενεζουέλα μιλά –με κυνικότητα, σκωπτικότητα και αυτοσαρκασμό– για τη γυναικεία εμπειρία και τη μνήμη, για την πολιτική ήττα της γενιάς της και τον θάνατο που μπορεί να είναι απλός «σαν κούπα ζεστό γλυκάνισο» ή να «απαιτεί χρόνο κι υπομονή», για το «μυστήριο των ακαθόριστων ωρών» και τον «εξολοθρευτή άγγελο που χορεύει στο ταβάνι».