Anna Mendelssohn, Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ.

Μου μίλησε κάποιος σήμερα; Ένα προϊόν φόβων και φοβιών.
Κάποια που υπερβαίνει την αθανασία σκοτώνοντας την εαυτή της πριν θυμηθεί
πόσο αγάπησε τη γη αυτή τη ζωή. Να παίρνω απόσταση
Από το μίσος δεν έχω τίποτα να πω στους ιεροεξεταστές,
κι έτσι με λένε τρελή και τους κοιτάζω να βγάζουν καπνούς και να ποδοβολάνε.
Μπορεί να είναι ο θεαματικός πυρετός του ποδοσφαίρου συνδυασμένος με απέχθεια
για τη μοναδικότητα της θηλυκής συγγραφέως η οποία κατέχει μια Μούσα
Αόρατη πέρα από το κατά προσέγγιση ομοίωμα που τσακίζει τα κύματα

αυτό το μέρος αυτοανακηρύσσεται ανίκητο, υψώνεται όλο και ψηλότερα
μέσα σ’ έναν φούρνο ικανών διαστάσεων για το τελειότερο ψήσιμο της πόλης, που ψήνει ομοιόμορφα κέικ
στο μέγεθος ενός μέσου βιβλίου, με επικάλυψη ροζ, ροδάκινο, σοκολάτα, καραμέλα
Και πού και πού πράσινο της μέντας, αλήθεια ο νόμος δεν θα ’πρεπε να επεμβαίνει
Στην ποίηση. Είναι μια διαφορετική φωνή που σκαλίζει τις στάχτες για στοιχεία.
Η ποίηση μπορεί να ξεγυμνωθεί. Οι απατεώνες συμβιβάζονται επωφελούμενοι
Αβασάνιστοι από τα αντικείμενα της διαταραγμένης τους προσοχής
Η δουλειά είναι μεγάλος κόπος αν δεν αγαπάς το αντικείμενό σου

Continue reading «Anna Mendelssohn, Δύο ποιήματα»

Advertisements

Anna Mendelssohn, Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ.

Μου μίλησε κάποιος σήμερα; Ένα προϊόν φόβων και φοβιών.
Κάποια που υπερβαίνει την αθανασία σκοτώνοντας την εαυτή της πριν θυμηθεί
πόσο αγάπησε τη γη αυτή τη ζωή. Να παίρνω απόσταση
Από το μίσος δεν έχω τίποτα να πω στους ιεροεξεταστές,
κι έτσι με λένε τρελή και τους κοιτάζω να βγάζουν καπνούς και να ποδοβολάνε.
Μπορεί να είναι ο θεαματικός πυρετός του ποδοσφαίρου συνδυασμένος με απέχθεια
για τη μοναδικότητα της θηλυκής συγγραφέως η οποία κατέχει μια Μούσα
Αόρατη πέρα από το κατά προσέγγιση ομοίωμα που τσακίζει τα κύματα

αυτό το μέρος αυτοανακηρύσσεται ανίκητο, υψώνεται όλο και ψηλότερα
μέσα σ’ έναν φούρνο ικανών διαστάσεων για το τελειότερο ψήσιμο της πόλης, που ψήνει ομοιόμορφα κέικ
στο μέγεθος ενός μέσου βιβλίου, με επικάλυψη ροζ, ροδάκινο, σοκολάτα, καραμέλα
Και πού και πού πράσινο της μέντας, αλήθεια ο νόμος δεν θα ’πρεπε να επεμβαίνει
Στην ποίηση. Είναι μια διαφορετική φωνή που σκαλίζει τις στάχτες για στοιχεία.
Η ποίηση μπορεί να ξεγυμνωθεί. Οι απατεώνες συμβιβάζονται επωφελούμενοι
Αβασάνιστοι από τα αντικείμενα της διαταραγμένης τους προσοχής
Η δουλειά είναι μεγάλος κόπος αν δεν αγαπάς το αντικείμενό σου

Continue reading «Anna Mendelssohn, Δύο ποιήματα»

Solmaz Sharif, Δύο ποιήματα

ΕΞΟΡΙΣΤΗ

Ακτινογραφίες θώρακος στην κλινική. Οι μαλακές ακίδες στο ξυλάκι
γρανίτας του γιατρού. Μέχρι τα πέντε μου, γνώριζα πως ήμουν

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ. Οι ολοήμερες αναμονές, οι ουρές απ’ τα χαράματα.
Η ταγκή γεύση της οδοντόκρεμας και το πρωινό που παρέλειψα.

Ο μετρονόμος των Όχι και των Επόμενος της Υπηρεσίας Πολιτογράφησης και
Μετανάστευσης. Αριθμημένα παράθυρα, παίρνεις μία απ’ τις αριθμημένες

γλώσσες που κρέμονται απ’ τα κόκκινα αυτόματα μηχανήματα στο χασάπικο. Ο
κιμάς που άφησαν έξω για τ’ αδέσποτα, οι βελόνες που φύτεψαν μέσα του.

Continue reading «Solmaz Sharif, Δύο ποιήματα»

Grzegorz Kwiatkowski, Τρία ποιήματα

ΚΛΑΨΟΥΡΙΣΜΑ

τοποθέτησαν το φέρετρο μπροστά στο σπίτι:
ήταν φοδραρισμένο με ροζ ύφασμα
και έμοιαζε με μανόλια
και φωτογραφήθηκαν μαζί του

δεν υπήρξαν κλάματα ή μύγες
κάποιος έβαλε να παίξει μια άρια του Ενρίκο Καρούζο
κι όταν βασίλεψε πια ο ήλιος και έπεσε το σκοτάδι
άναψαν φαναράκια και τα κρέμασαν στα δέντρα

έβγαλαν το σώμα από το φέρετρο και άρχισαν να χορεύουν μαζί του

η γυναικά του ως συνήθως του πάτησε τα πόδια
και είπε επιτιμητικά και αγχωμένα:
γιατί μας το ’κανες αυτό
πώς μπόρεσες
πώς μπόρεσες

κι εκείνος της απάντησε:
πέθανα για να μπορέσεις να πιστέψεις ξανά σε κάτι
η ευλαβική σας χαρά και διασκέδαση
είναι η μεγαλύτερη αποζημίωση
για τις τόσες ώρες που σας άκουγα να κλαψουρίζετε
την ώρα που ο παλμός μου εξασθενούσε

Continue reading «Grzegorz Kwiatkowski, Τρία ποιήματα»

Christoph Szalay, Άκρες

Ι

τι μένει λοιπόν, ρωτάς, όταν εισέρχεσαι στο μισοσκόταδο και κάτι εξαφανίζεται. τι, ρωτάς, θα ’πρεπε να υπάρχει και τι όχι. τι θα ’πρεπε να υπάρχει αμετάκλητα, τι θα ’πρεπε να είναι αμετάκλητα διαθέσιμο και τι όχι. μια ανάμνηση απ’ την παιδική ηλικία ίσως, σκέφτεσαι. μέρες στην ακτή, η επιστροφή διασχίζοντας τη μεθόριο, δέντρα λυγισμένα απ’ τον πρόσφατο χειμώνα, ίσως. ίσως εκείνα τα μέρη όπου οι ακτίνες του φωτός φτάνουν μέχρι την άκρη του δάσους, ίσως την προσπάθεια να μεταφράσεις το πλατεία ούμσλαγκ

θα ’πρεπε να υπάρχει η γνώση μιας αρχής. της προσπάθειας ενός τέλους και της ισοπεδωτικής δύναμης ενδιάμεσα, αυτά θα ’πρεπε να υπάρχουν. οι επιθυμίες θα ’πρεπε να υπάρχουν, αδιάβροχες πάνω σε χαρτί και η δυνατότητα ν’ αφήσεις ένα νέο ίχνος, μακριά απ’ την πεπατημένη. ένας αγροτικός δρόμος ίσως κι ένα αγρόκτημα όπου αυτός καταλήγει, το γρασίδι μόλις κάτω από το έδαφος. μια στατιστική που λέει ότι υπήρχαν εκατόν τρία σπίτια, τριακόσιοι εννέα κάτοικοι ή έλα παρ’ όλα αυτά μαζί, ακόμα κι αν είναι να διασχίσουμε αδιάβατες περιοχές Continue reading «Christoph Szalay, Άκρες»

Stefan Schmitzer, Δύο ποιήματα

θέλω να είμαι κομμάτι της δημιουργικής τάξης,
και να μη γνωρίζω πια ποιος είναι αυτός ο κόσμος τον οποίο κατοικώ˙

θα ’θελα ένα σωρό σέξι πράγματα,
ένα ποδήλατο αντίκα και μια απ’ τις πρώτες εκδόσεις του χ. τζ. γουέλς,
ένα χειροποίητο ταμπλό γκο του 1940 περίπου,
μια κόλα χαρτί πάνω στην οποία κάποτε έκλασε ο άντι γουόρχολ,
επιπλέον τη συλλογή πλαστικών-παιχνιδιών-κίντερ-έκπληξη απ’ το ’89/’90,
αυτού του είδους τα πράγματα, αλλά περισσότερα, πολλά περισσότερα.

θα ’θελα να ’χα γύρω μου μια τέτοια ομάδα –τους γνωρίζετε;– δημιουργικών ανθρώπων,
σε μια διαφημιστική στο ανακαινισμένο εργαστήριο,
με γαμάτα κίτρινα φώτα το βράδυ,
παλέτες, βέργες πικροδάφνης, γουάι φάι.

εκεί θα ’χα τόσα πολλά να κάνω.
απ’ τη γνώση του ποιος κόσμος είναι αυτός τον οποίο κατοικώ
δεν απομένει τίποτα εξόν απ’ αυτή την αισθησιακότητα των πραγμάτων,
αυτό είναι που θέλω.

τότε τα πάντα θα ήταν τόσο ωραία να τα νιώσεις,
τότε τα πάντα θα ήταν τόσο ωραία να τα νιώσεις,
να νιώσεις. Continue reading «Stefan Schmitzer, Δύο ποιήματα»

Andreas Unterweger, Δύο ποιήματα

Το στούντιο μουσικής μέσα στο οποίο κοιμόμαστε,
ηχογραφεί την κάθε σου ανάσα.
Θα ανταλλάξω τις ωτοασπίδες μου
με ακουστικά –

αργότερα, μόνος μες στη σαρκοφάγο μου.

ΡΕΑΛΙΣΤΕΣ

Εκείνο τον καιρό ζούσαμε ακόμα όπως ο Μπαλζάκ,
από δάνεια με εγγύηση τα πνευματικά δικαιώματα
για βιβλία που δεν είχαν ακόμα γραφτεί –
με τίτλους για συνέχειες βιβλίων που δεν ήταν παρά προσχέδια,
η ημερομηνία έκδοσης των οποίων δεν είχε καν οριστεί,
απολαμβάναμε σε όλο το Παρίσι πίστωση,
η οποία έμοιαζε με το μέλλον μας: απεριόριστη. Continue reading «Andreas Unterweger, Δύο ποιήματα»