Τσορέλα, Δύο ποιήματα

ΑΠΟΧΗ ΑΠ’ ΤΟ ΑΛΚΟΟΛ

Το δεξί μου βυζί ειναι καλύτερο απ’ το αριστερό.

Ψέματα.

Εσύ το αριστερό άγγιξες.

Στεγνό το στόμα.

Με καυλώνεις.

Θέλω να μπεις ολόκληρος μέσα μου

και μετά «μακριά μου να φύγεις

……………………………………….να φύγεις
……………………………………….να φύγεις»

Είσαι όμορφος

ταυτόχρονα άσχημος

–παρόλο που έχεις σχήμα–
Continue reading «Τσορέλα, Δύο ποιήματα»

Advertisements

Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Νίτσε (Πρακτικά χυδαίο)

Σηκώνεσαι σήμερα
…………δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί

Τα βήματα σμίγουν
…………με τους ήχους του γέλιου
…………του κλάματος ή της σιωπής
…………των τελευταίων ανθρώπων

Τα βήματα μετράνε
…………συγκεντρώσεις καπνού
…………σκόνης ή αυτού του αμφίσημου πλήθους
των εκατομμυρίων του τελευταίου τους ονείρου

…………Καρφώνεις μνήματα
…………σε σταυρούς κίτρινους
…………κόκκινους ή άσπρους
…………απέραντων νεκροταφείων
…………των τελευταίων προσδοκιών μας

Περπατάς και
υποθέτεις ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα
γιατί ξύπνησε πάλι μεθυσμένος ο θεός για 7η μέρα
την 7η μέρα μετά τη δημιουργία
…………7 μέρες μετά τη δημιουργία δεν κάθισε ούτε
ο Οπενχάιμερ Continue reading «Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Νίτσε (Πρακτικά χυδαίο)»

κ. λλάμα, Νουρ

Διέρχεται απ’ το σκοτάδι στο φως
στα χιλιόμετρα μετρά απόσταση
το φως
12 χιλιάδες εικόνες από ειδήσεις γι’ αυτήν
αυτή που φόρεσε νωρίς το πέπλο
φόρεσε νωρίς
τι κρίμα 12 χιλιάδες ειδήσεις για 1 διαφορά χρόνου υποτιθέμενη
Κρέμεται από μια απόχη
σύντομα ψαράδες έντρομοι
την έπιασαν
6 χιλιάδες κραυγές από τρόμο γι’ αυτήν
αυτή που θέλησε μόνο να περάσει
θέλησε μόνο
τι κρίμα 6 χιλιάδες κραυγές γιατί δεν ήταν ψάρι
Και στήσανε ένα γλέντι γι’ αυτήν
Νουρ σημαίνει φως
έφαγαν ήπιαν γι’ αυτήν
Νουρ σημαίνει φως
είπαν πολλά γι’ αυτήν
Νουρ σημαίνει φως
κι όταν πια πήγαν για ύπνο
στην παλάμη της έγραφε:
«Εμένα δε με ρώτησε κανείς»

Δανάη Μάνεση, Δύο ποιήματα

σάπια οδοντικά νήματα
σύρματα με κρεμασμένους γλόμπους
και ω
μια κρεμασμένη γυναίκα.

κοιμισμένη πόλη, κοιμισμένα βλέμματα
η γυναίκα είναι όμορφη
μα κανείς δεν τη βλέπει.
/καθρέφτες/ και /αντανακλάσεις/ και
/είδωλα/
προθήκες και διαχωριστικά τζάμια
υπαρκτά ή ανύπαρκτα
ανυπόστατα
οι κομφορμιστές
των διακαών πόθων τόσο δυνατών που τους έσβησαν
Ορφέες και Ευριδίκες που ποτέ δεν κοιτάχτηκαν
–δεν παράκουσαν–
–δεν επαναστάτησαν–
–δεν ερωτεύτηκαν–
και μην έχοντας χάσει ο ένας τον άλλο
ποτέ
δεν ήξεραν πως αγαπιούνται.

και κοιμισμένα βλέμματα
και ξαφνικές ριπές ανέμου
πετραδάκια στις ράγες
ως προς δημιουργία αναταραχής
και ξανά
/καθρέφτες/ και /είδωλα/
και γαμημένος διαχωρισμός
και τα αγάλματα είχαν κενά μάτια
γιατί ήταν καθρέφτες
καθρέφτες που έσπασαν
από τα πολλά είδωλα
αγάλματα που πονούσαν
γιατί ποθούσαν χαμένους παραδείσους
και ήξεραν
ήξεραν πως αυτοί είναι οι μόνοι αληθινοί. Continue reading «Δανάη Μάνεση, Δύο ποιήματα»

Νάνσυ Αγγελή, Οι πέτρες

.
Τους κουβάλαω μέσα μου. Τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά όχι μόνο αυτούς. Πόδια και χέρια και γέλια συνωστίζονται μέσα μου κάθε μέρα. Έτσι δεν είμαι μόνη μου ποτέ. Όταν κοιτάζω ένα δέντρο ή διασχίζω έναν δρόμο κάποιος απ’ όλους θα πεταχτεί να πει κάτι. Ότι στον τόπο μας δεν έχουμε τέτοια δέντρα, ή για κοίτα κάτι δρόμους. Οι συγκρίσεις είναι, άλλωστε, το αγαπημένο μας θέμα συζήτησης. Οι συγκρίσεις δεν τελειώνουν ποτέ, αφού τα πάντα μπορούν να γίνουν μέτρο σύγκρισης ή όλα να εξαρτώνται από το με τι ή ποιον τα συγκρίνεις. Με τις συγκρίσεις πράγματα που βρίσκονται μακριά γίνονται αυτοστιγμεί κοντινά. Εγώ συνήθως χαμογελάω και απαντώ διάφορα. Συχνά γίνεται ολόκληρη κουβέντα καθώς περπατώ ή κάθομαι να πιω έναν καφέ φαινομενικά χωρίς παρέα, φαινομενικά σε άλλη χώρα. Τα καφέ είναι επίσης τα αγαπημένα όλων μας. Επιλέγουμε με τρομερή προσοχή και αυστηρό κριτήριο. Το κατάλληλο μέρος είναι κάποιο ήσυχο, αλλά όχι απόμερο, και συνήθως καθόμαστε αναπαυτικά στο πιο σκιερό τραπέζι. Αφήνω προσεκτικά το απαρχαιωμένο κινητό τηλέφωνο και το παλιοκαιρισμένο βιβλίο που έχω στην τσάντα μου για τέτοιες περιπτώσεις. Πρόκειται για δυο αντικείμενα-πρόσχημα, γιατί στην πραγματικότητα δεν τα χρειάζομαι˙ τους διαφορετικούς κόσμους τους κουβαλώ μέσα μου. Αλλά το βιβλίο, όπως και το τηλέφωνο, καταλάμβανουν τον σωστό χώρο στο τραπέζι, δημιουργούν μια αίσθηση παρουσίας και ένα κοινώς αποδεκτό παραπέτασμα καπνού: Είθισται κανείς να καμουφλάρει τη μοναξιά που προέρχεται από την έλλειψη φυσικής παρουσίας.
.
Κι έτσι καθόμαστε εκεί και παρατηρούμε τον κόσμο, καμιά φορά για ώρες ολόκληρες. Καθετί που συμβαίνει, κάθε μικρή ή μεγάλη παρατήρηση, περνάει από την αξιολογική τους κρίση κι η άποψή μου δεν καθορίζεται μόνο από το τι πιστεύω εγώ, αλλά από τι θα πίστευαν, θα ένιωθαν ή θα έκαναν εκείνοι αν ήταν στη θέση μου και έβλεπαν με τα μάτια μου. Continue reading «Νάνσυ Αγγελή, Οι πέτρες»

Μετρομιγάς, 11

Σταματάνε αρκετά να τρώνε στις 11
Τσιγάρο
Πίσω απ’ το ταμείο
Σειρά μου
Τι σειρά μου; Πότε ήρθα, πότε ήρθαν οι άλλοι ακόμα δεν ξέρω
Γλυκιά φωνούλα
Ζητάει διά του στόματος για το εντεράκι της
Θέλω να δω
Προσπαθώ να δω
Τ’ αφεντικό κάθεται μπροστά μου
Πίσω απ’ το ταμείο
Μη δω κάτι ωραίο
Μη μου χαλάς τη μέρα, ρε μαλάκα αφεντικό
Μου τη χαλάς που μου τη χαλάς δηλαδή
Άσε με να δω κάτι να θυμάμαι μέχρι να σχολάσω
Ούτε καν
Για την επόμενη μία ώρα
Άσε με να δω κάτι να ξεχαστώ
…να ξεχάσω ότι βλέπω την πλάτη σου

Πάνος Κουτούλιας, Συναλλαγή

—Έχω αυτές τις δέκα βιαιότητες
για εναρμόνιση·
θέλω να μου τις ανασκευάσεις
σε αίσχη.

Πόσα, λοιπόν, σκοπεύεις να μου πάρεις
άεργε εκμεταλλευτή
λαμόγιο ψυχανώμαλο
ξεφτίλα εμποράκο
αιμοσταγές διαπίστευμα των
παραλληλισμών;

Μπορώ με μια μαχαιριά
να σε ακινητοποιήσω
αναίσχυντο πετσόκομμα
έμβασμα για μεσήλικες
καμάρι της μεσίτευσης.

Οπότε θα ’τανε καλό
να είσαι λογικός στις σφαγές σου.

Φοβέρα για πεντάχρονα
ατάκα πάνω στην ατάκα
μου,
κοντολογίς
ό,τι μας σφύριξε το υποβολείο…

Μπορώ να σε αγγίξω
με κάτι που θα έσφυζε απώλεια,
να πάρεις γεύση
από την άνοια των κλοπιμαίων.

Να γίνω το τσιράκι σου,
να γίνω το επιμύθιο
που σε υποβίβασε.