Φωτεινή Κορρέ, Δύο ποιήματα

καλύπτω τα μάτια μου με το δεξί μου χέρι
και μου γράφω επιστολές με τον
γραφικό σου χαρακτήρα
χωρίς να τις κοιτάξω
τις στριμώχνω σε μικρούς
τετράγωνους φακέλους
γλείφω ένα ένα τα γραμματόσημα
και την επομένη έχω νέα σου

η σκέψη της αχανούς ερήμου, λες,
δεν σε ενθουσιάζει,
έχεις δουλειές

Συνέχεια ανάγνωσης «Φωτεινή Κορρέ, Δύο ποιήματα»

Advertisements

Μαρία Πασχαλίδου, Δύο άτιτλα

Όσο δεν υπάρχει θεός
Λέω τα φύλλα να μην πέφτουν τον χειμώνα
Και τα κύματα καμιά φορά να σταματούν
Τα βράδια
Για να ακουστούν πιο καθαρά όσοι ασύστολα ερωτοτροπούν στην παραλία

Όσο δεν υπάρχει θεός
Λέω εγώ να γίνω κύριος Κυρία
Και κάθε μέρα να συμβαίνει
Όπως το δικό μου θέλημα ορίζει
Στον κήπο μου να φυτρώνουν πνευματικά λουλούδια ελευθερίας
Χωρίς τακτικά ποτίσματα και συμβουλές κηπουρικής
Όπου θέλουν θα φυτρώνουν τα λουλούδια μου

Όσο δεν υπάρχει θεός μέσα στο μυαλό μου και πουθενά
Στον βρόντο το ου κλέψεις και το αγάπα τον πλησίον σου
Θα ψειρίζω μπίρες για την πλάκα μου και θα κερνάω τους φίλους μου και όποιον μου κάνει κέφι
Και για τους άλλους στάλα μπίρα δεν θα περισσεύει
Για την πλάκα μου κι όχι για λόγο σοβαρό
Όπως γράφτηκε και τούτο δω.

Συνέχεια ανάγνωσης «Μαρία Πασχαλίδου, Δύο άτιτλα»

Γεωργία Διάκου, Γιατί η Βιρτζίνια Γουλφ δεν ήταν μαγείρισσα

Δεν ήξερε να βράσει μακαρόνια καν
ούτε να κόψει φιλετάκια το κοτόπουλο.
Τα αυγά τα έβγαζε με τον πυρήνα να ισορροπεί
σαν μια κοιλιά ανοιχτή, ζεστή και υγραμένη.

Θα ’λεγε κανείς πως ήταν ανοικοκύρευτη
να προτιμάει τα μελάνια και τα στριφτά τσιγάρα
απ’ το να υπηρετεί με πάθος τους κυρίους ή τον κύριο σύζυγό της.

Θα ’λεγε κανείς πως ήταν θέμα ταξικό
η Βανέσσα ζωγράφος, οι γονείς μορφωμένοι
αριστοκρατικής καταγωγής
κάπως γι’ αυτούς ακατάληπτη κι αλλόφρων
η μικρούλα Νία.

Δεν ήξερε να παίζει γάμους και γεννητούρια
να αντικρίζει τον νεροχύτη με αίσθημα δέους
και εικόνα παραδείσιας πύλης.

Θα ’λεγε κανείς πως την είχαν για λεσβία
γυναίκα πράμα να μην ψήνει σολωμό;
Ωωω, τι θα πει η κοινωνία κι όλη η Αγγλία;

Συνέχεια ανάγνωσης «Γεωργία Διάκου, Γιατί η Βιρτζίνια Γουλφ δεν ήταν μαγείρισσα»

Τσορέλα, Δύο ποιήματα

ΑΠΟΧΗ ΑΠ’ ΤΟ ΑΛΚΟΟΛ

Το δεξί μου βυζί ειναι καλύτερο απ’ το αριστερό.

Ψέματα.

Εσύ το αριστερό άγγιξες.

Στεγνό το στόμα.

Με καυλώνεις.

Θέλω να μπεις ολόκληρος μέσα μου

και μετά «μακριά μου να φύγεις

……………………………………….να φύγεις
……………………………………….να φύγεις»

Είσαι όμορφος

ταυτόχρονα άσχημος

–παρόλο που έχεις σχήμα–
Συνέχεια ανάγνωσης «Τσορέλα, Δύο ποιήματα»

Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Νίτσε (Πρακτικά χυδαίο)

Σηκώνεσαι σήμερα
…………δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί

Τα βήματα σμίγουν
…………με τους ήχους του γέλιου
…………του κλάματος ή της σιωπής
…………των τελευταίων ανθρώπων

Τα βήματα μετράνε
…………συγκεντρώσεις καπνού
…………σκόνης ή αυτού του αμφίσημου πλήθους
των εκατομμυρίων του τελευταίου τους ονείρου

…………Καρφώνεις μνήματα
…………σε σταυρούς κίτρινους
…………κόκκινους ή άσπρους
…………απέραντων νεκροταφείων
…………των τελευταίων προσδοκιών μας

Περπατάς και
υποθέτεις ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα
γιατί ξύπνησε πάλι μεθυσμένος ο θεός για 7η μέρα
την 7η μέρα μετά τη δημιουργία
…………7 μέρες μετά τη δημιουργία δεν κάθισε ούτε
ο Οπενχάιμερ Συνέχεια ανάγνωσης «Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Νίτσε (Πρακτικά χυδαίο)»

κ. λλάμα, Νουρ

Διέρχεται απ’ το σκοτάδι στο φως
στα χιλιόμετρα μετρά απόσταση
το φως
12 χιλιάδες εικόνες από ειδήσεις γι’ αυτήν
αυτή που φόρεσε νωρίς το πέπλο
φόρεσε νωρίς
τι κρίμα 12 χιλιάδες ειδήσεις για 1 διαφορά χρόνου υποτιθέμενη
Κρέμεται από μια απόχη
σύντομα ψαράδες έντρομοι
την έπιασαν
6 χιλιάδες κραυγές από τρόμο γι’ αυτήν
αυτή που θέλησε μόνο να περάσει
θέλησε μόνο
τι κρίμα 6 χιλιάδες κραυγές γιατί δεν ήταν ψάρι
Και στήσανε ένα γλέντι γι’ αυτήν
Νουρ σημαίνει φως
έφαγαν ήπιαν γι’ αυτήν
Νουρ σημαίνει φως
είπαν πολλά γι’ αυτήν
Νουρ σημαίνει φως
κι όταν πια πήγαν για ύπνο
στην παλάμη της έγραφε:
«Εμένα δε με ρώτησε κανείς»

Δανάη Μάνεση, Δύο ποιήματα

σάπια οδοντικά νήματα
σύρματα με κρεμασμένους γλόμπους
και ω
μια κρεμασμένη γυναίκα.

κοιμισμένη πόλη, κοιμισμένα βλέμματα
η γυναίκα είναι όμορφη
μα κανείς δεν τη βλέπει.
/καθρέφτες/ και /αντανακλάσεις/ και
/είδωλα/
προθήκες και διαχωριστικά τζάμια
υπαρκτά ή ανύπαρκτα
ανυπόστατα
οι κομφορμιστές
των διακαών πόθων τόσο δυνατών που τους έσβησαν
Ορφέες και Ευριδίκες που ποτέ δεν κοιτάχτηκαν
–δεν παράκουσαν–
–δεν επαναστάτησαν–
–δεν ερωτεύτηκαν–
και μην έχοντας χάσει ο ένας τον άλλο
ποτέ
δεν ήξεραν πως αγαπιούνται.

και κοιμισμένα βλέμματα
και ξαφνικές ριπές ανέμου
πετραδάκια στις ράγες
ως προς δημιουργία αναταραχής
και ξανά
/καθρέφτες/ και /είδωλα/
και γαμημένος διαχωρισμός
και τα αγάλματα είχαν κενά μάτια
γιατί ήταν καθρέφτες
καθρέφτες που έσπασαν
από τα πολλά είδωλα
αγάλματα που πονούσαν
γιατί ποθούσαν χαμένους παραδείσους
και ήξεραν
ήξεραν πως αυτοί είναι οι μόνοι αληθινοί. Συνέχεια ανάγνωσης «Δανάη Μάνεση, Δύο ποιήματα»