Παρασκευή Παπία, Τρία ποιήματα


Εσύ! Ε, εσένα λέω!
Πόσων χρονών
έβαλες το πρώτο σου έμπλαστρο;
Πόσες φορές τη μέρα
κουδουνίζουν οι υπενθυμίσεις για χάπια;
Στα πόσα χρόνια
σ’ έστειλαν πίσω στη μάνα σου;
Και εκείνη, πότε έχασε την ακοή της;

ΖΑΧΑΡΟΥΧΟ

Όλες μου οι απώλειες
Συμπυκνώνονται
Σ’ ένα κουτάκι τσίγκου
Με ανθρώπινο περίβλημα.
Δεδομένη η αδυναμία
Και πολλά ml η αγάπη.
Το χάνω, να ξεμπερδεύω
Δια παντός
Με όλα τα χαμένα.

ΑΡΣΗ ΒΑΡΩΝ

Χρόνια προπονήσεων
Στο αρασέ και στο ζετέ
Εντούτοις, κάποιες μέρες
Παραμένουν ασήκωτες.

Κορίνα Γκουτσίδου, Ύμνος στις υποχρεώσεις

Το βάρος
στα δάχτυλα,
στη μέση και
στους αστραγάλους.
Το βάρος
από τα ψώνια μιας βδομάδας,
μέσα σε νάιλον σακούλες
που μαρκάρουν βίαια το δέρμα.
Φορτωμένη η νοικοκυρά
που έχει ξεπεράσει πια τη μέση ηλικία,
μα εργάζεται ακόμα.
Η νοικοκυρά
που έχει παρκάρει μακριά το αυτοκίνητο
και δεν έχει ελεύθερο χέρι
να ψαρέψει το κλειδί από την τσάντα της.
Αφήνει στην άσφαλτο τις σακούλες
και το βάρος
τσακίζει το πρωινό του Σαββάτου.
Κομμάτια γίνεται
σε προσφορές,
1+1 και μισές τιμές.
Εκείνη μπαίνει μέσα.
Ξεφυσά.
Σπάζει δυο τρία δάχτυλα
να την ανακουφίσει ο ήχος.
Ελέγχει τις αποδείξεις και βάζει μπρος.
Το ράδιο ακόμα χαλασμένο.
«Πόσα μαλακτικά, σα να λέμε, χρειάζονται, ρε μάστορα;»
Σκέφτεται,
«Έτσι κι αλλιώς φτάνει η άνοιξη.
Θα μοσχοβολά φρεσκάδα παντού,
εκτός από τα ρούχα μας».
Μέχρι τότε,
καλή και η βουή του κέντρου.
Θυμίζει ζωή.

Βάσω Μπανάτσα, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΙΣ ΤΟΥΑΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΜΠΑΡ

Τα κορίτσια στις τουαλέτες των μπαρ
Φλυαρούν σε αντίστιξη και τα λόγια τους μυρίζουν βότκα-κεράσι
Και τα χείλη τους ένα περίγραμμα κόκκινου με απομεινάρια κραγιόν στο τόξο.
Το μπάσο της μουσικής –φωλιάζει και πάλλεται στα κόκαλά μας–
δημιουργεί νόημα στις λέξεις τους που πετάν και λαμπυρίζουν στο νέον φως
Και το λαμπύρ
ισμα μοιάζει με διαμάντι ή ίσως αλουμινόχαρτο.

Ο ήλιος με βρίσκει στο λεωφορείο δίπλα στους ανθρώπους
που γυρνάνε στο σπίτι τους και σε ανθρώπους
που πάνε στις δουλειές τους και με τα τακούνια στο χέρι.
Οι λέξεις των κοριτσιών έχουν χάσει το λούστρο τους.

Η μυρωδιά τους, άρωμα, λακ, ιδρώτας, έχει τρυπώσει κάτω απ’ το δέρμα μου
Και το κρύο πλακάκι του μπάνιου έχει κολλήσει στο σβέρκο μου

Αν ξαναδώ τα κορίτσια στο φως της μέρας
Θα τα χαιρετήσω σαν χαμένες αδερφές.
Θα ρωτήσω για το αγόρι της μιας
Για τη σκισμένη τιράντα ενός φορέματος
Ή αν μια άλλη είπε στον πατέρα της
Να πάει
να γαμηθεί.

***

Το κρύο πλακάκι που έχει κολλήσει
στο σβέρκο μου
Είναι στόχος σε πεδίο βολής.
Δυο βήματα πίσω μου
Τα κορίτσια
Με το κελαρυστό τους γέλιο
Και μια σφεντόνα
Ετοιμάζονται να μου ρίξουν.

Αντριάνα Μίνου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟ ΦΟΡΕΜΑ

Το φόρεμα της γυναίκας αλλάζει χρώμα κάθε φορά που μπαίνει σε άλλο δωμάτιο. Γίνεται κίτρινο στην κουζίνα, κόκκινο στην κρεβατοκάμαρα, άσπρο στο μπάνιο. Το φόρεμα της γυναίκας ταιριάζει πάντα με το χρώμα των τοίχων. Δοκιμάζει να βγει στον κήπο και το φόρεμα γίνεται πράσινο. Τηλεφωνεί στη μοδίστρα να παραπονεθεί. Αγόρασε αυτό το φόρεμα για να κάνει εντύπωση αλλά φαίνεται πως είναι ελαττωματικό. Η μοδίστρα ζητά συγγνώμη και υπόσχεται να έρθει να του ρίξει μια ματιά το βράδυ. Η γυναίκα κάθεται σε μια πολυθρόνα και διαβάζει ένα περιοδικό μόδας για να περάσει η ώρα. Όλη αυτή η ριζοσπαστική μόδα την αποκοιμίζει. Είναι πια μαύρα μεσάνυχτα και ακόμη κοιμάται, ονειρεύεται πως μπαίνει σε δωμάτια και κάνει εντύπωση. Η μοδίστρα μπαίνει στο σαλόνι. Ψάχνει τη γυναίκα με το ελαττωματικό φόρεμα αλλά είναι τόσο σκοτεινά που δε βλέπει τη μύτη της. Το μόνο που βλέπει είναι ένα σκοτάδι πιο πηχτό κι απ’ την ίδια τη νύχτα.

TEA-TIME

Ώρα για τσάι
Στο σαλονάκι του κρεμασμένου
Ρουφάμε το τσάι
Με πάταγο
Βουτάμε τα μπισκότα
Στα σάλια του που στάζουν
Τεντώνουμε τα πόδια
Και το παίζουμε νεκροί
Μιλάμε για σχοινιά
Και ευχές και τελευταίες επιθυμίες
Κουνάμε τα μέλη του
Και χορεύει στον αέρα
Χτενίζουμε τα μαλλιά του
Και κυματίζουν στον άνεμο
Βουρτσίζουμε τα δόντια του
Γιατί είναι σχεδόν ώρα για ύπνο.

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Ακούστε
κύριε
λόγω αβάσταχτης κρίσης οικονομικής
τελικά
θα
συμβιβαστώ
με το άλλο μου τέταρτο.

ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΑΝΟΙΚΕΙΟ ΣΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ

Κανείς δεν μίλησε για τη γενναία σου φύση, την πολεμοχαρή σου φορεσιά, την πανοπλία που προβάλλει ηδονιστικά ανάμεσά μας, το ηρωικό και διόλου ερωτικό «θαρσείν χρή» σου, τη δύναμή σου να στέκεσαι χωρίς να καμπυλώνεις τρυφερά στις μεγάλες λεωφόρους, την ανασυρμένη ικανότητά σου να κυκλοφορείς ακέραιος, δίχως δάχτυλα που αρχέγονα πληκτρολογούν και ορέγονται μοντέρνο πόθο, την ανεξαρτησία της ρινικής σου κοιλότητας απαλλαγμένης απ’ το άρωμά μου, τη σηπτική σου δράση να αναπνέεις τα κατουρημένα της πόλης στενά ουραγός, διαπιστωμένος ξενύχτης αλλά πάντα μόνος, την εμμένειά σου να αψηφάς τα πρώτα πληθυντικά, εργαλειοποιώντας το δίκαιο του ισχυρού που μπορεί να υπάρξει χωρίς εσένα, τις παραβάσεις στοματικών υδάτων που αντάλλαξαν οι εραστές, κανείς δεν μίλησε για όλα αυτά˙ όλοι μιλούν για την προκλητικότητα της Τουρκίας.