Andie-Andie, Είκοσι χιλιάδες έτη κάτω απ’ τη θάλασσα

.
Οι ανθρακωρύχοι κοραλλιών
πεθαίνουν νέοι
πιο νέοι απ’ τα κοράλλια
(μυστικά του βυθού)
Αγκαλιάζουν τις σκιές των αγαπημένων τους
που δημιουργούν οι πυγολαμπίδες
στα φύκια που ξεβράζονται στη Σουμάτρα
κι εκείνες
ανυπόμονα τα βράζουν
πίνουν το ζωμό τους
και συγκολλούν τις απουσίες
όλοι αναρωτιούνται γιατί εκείνες μένουν
κανείς δε ρωτά
γιατί εκείνοι φεύγουν
 .
Περισσότερα ποιήματα της Andie-Andie μπορείτε να διαβάσετε στο ενδέκατο τεύχος του Τεφλόν.
Advertisements

King Missile, Πάρε πράγματα απ’ τη δουλειά

Πάρε πράγματα απ’ τη δουλειά. Είναι ο καλύτερος τρόπος να νιώσεις καλά για την εργασία. Μην αγοράζεις ποτέ στιλό ή μολύβια ή χαρτί. Πάρ’ τα απ’ τη δουλειά. Λαστιχάκια, συνδετήρες, σημειωματάρια, φακέλους –πάρ’ τα απ’ τη δουλειά. Είναι ο καλύτερος τρόπος να νιώσεις καλύτερα για τον χαμηλό μισθό σου και τις φρικτές συνθήκες εργασίας.

Πάρε ένα τασάκι –έχουν κάμποσα. Πάρε κρεμάστρες. Πάρε –πάρε έναν κάδο σκουπιδιών. Γιατί ν’ αγοράσεις συρταροθήκη; Γιατί ν’ αγοράσεις τηλέφωνο; Γιατί ν’ αγοράσεις υπολογιστή ή επεξεργαστή κειμένου; Πάρ’ τα απ’ τη δουλειά.

Εγώ πήρα ένα ολόκληρο γραφείο απ’ το τελευταίο μέρος που δούλευα. Δεν το πήραν χαμπάρι ποτέ και ταιριάζει τέλεια στο διαμέρισμά μου. Πάρε μια ηλεκτρική ξύστρα. Πάρε ένα κουτί μπλάνκο˙ ίσως το χρειαστείς μια μέρα. Έχεις καθήκον ως καταπιεσμένος εργαζόμενος να κλέβεις απ’ τους εκμεταλλευτές σου. Πάρε πράγματα απ’ τη δουλειά. Και κωλοβάρα την ώρα εργασίας. Όλ’ αυτά τα ’γραψα στη δουλειά. Με πληρώνουν να γράφω για πράγματα που τους κλέβω. Η ζωή είναι ωραία.

Περισσότερα ποιήματα του John S. Hall, τραγουδιστή των King Missile, μπορείτε να διαβάσετε στο ενδέκατο τεύχος του Τεφλόν.

Γιάννης Ξούριας, Οι ουρανοκατέβατοι των φοράδων

.
Ψοφάνε
Για μαρμαρόμπαλες (κλασικές, εξολοκλήρου
Από λύσσα απόλυτη) για να κλωτσάνε πάνω σε λαρύγγι /
Λαρύγγι ξερό λαρύγγι φαλακρό με ψύχωση βραχώδη αστραγγάλιστο
Σκιστό
Γεμιστό με αφάνες
Σαλιωμένες με λιοπύρι /
.
   ΚΑΙ Ο ΜΕΛΑΝΩΜΕΝΟΣ (επεισόδιο)
Ο νούμερο Ένα απλώς
Καθισμένος σ’ ένα σωρό ιερές τσιμεντόπλιθες βαστά τσαμπί πολύ
Βαρύ από μιλιούνια μουρμουρητά
Μπλεγμένα και ψιθύρους, να μπήγεσ’ αγαλματένιος ακούγοντας με τους βουβώνες:
.
Νεκροταφεία φιλμαρισμένα σε 8mm με κέρατα άσπρα και λουλούδια
Με φούξια λουλούδια του πικάπ –μοναδικά– ανύπαρκτα σ’ όλο το ίντερνετ
Και με κέρατα άσπρα που λάμπουνε από πάστρα
.
Αγαλματένιος με τη βελόνα του πικάπ να γρατζουνά τα πλευρά
Να εξελίσσεται εν στάσει η πύκνωση
Της πεύκης με μια τζαζ τζιτζικιών ανισόρροπων ένα σισίρισμα
Υφασμένο σφιχτά
Αυθόρμητο
Και παχύρρευστο στα σπλάγχνα
Στα μαλλιά της και στα
Φανερά / Τελικά όλο κι όλο το περιβόητο κρυφό ήταν το μονοκόμματο μάρμαρο
.
Όπου αυτό που δε φαίνεται είναι αυτό που φαίνεται
 .
Περισσότερα ποιήματα του Γιάννη Ξούρια μπορείτε να διαβάσετε στο ενδέκατο τεύχος του Τεφλόν.

Π. Ένιγουεϊ, Ανακουάτρος

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με τη μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δεν γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο, μόνη, να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.

Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.

Και τα κατάφερε. Έφυγε. Πέρασε σε μια σχολή δημοσιογραφίας και έπιασε αμέσως δουλειά, αρχικά σε μια μικρή δημοτική εφημερίδα και έπειτα στο Βήμα. Όχι όμως σε κάποιο δυνατό πόστο, αλλά στο δικαστικό-εγκληματολογικό. Το είχε επιλέξει επειδή γενικά δεν είχε τρέξιμο. Μοναδική εξαίρεση, όλα αυτά τα χρόνια, η υπόθεση Κοσκωτά.

Το χωριό σπάνια το επισκεπτόταν ως φοιτητής. Χριστούγεννα και Πάσχα. Και αυτό για χάρη της μάνας του. Μέχρι που η κακομοίρα πέθανε. Μετά δεν ξαναπήγε. Δεν τον ξανάδαν. Ούτε και ο ξάδερφός του, ο Κώστας, που τα λέγανε καμιά φορά στα πεταχτά στο Φλοράλ, στην πλατεία Εξαρχείων. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Continue reading «Π. Ένιγουεϊ, Ανακουάτρος»

λΑΜΠΕΡΟύΚ, Τρία ποιήματα

ΦΑΤΑ ΚΟΥΛΑΜΑΡΑ ΒΑΤΡΑΧΕ

χειλάκι κορδοστίφτη
καμπούρα με κιμάδα
μινιόν σοκοφρετούλα
second voice πίπα
τσίμπα μοιρολόι
δώσε κομπολόι
βλήτα σαγιονάρα
ασήμι μες στη λάσπη
κρίμα ρε τα νιάτα
κρίμα ρε τα νιάτα
νιάου κάνει η γάτα
ψιτ μου λέει φάτα
ξαναπάω να κάτω
ξαναπάω να πάνω
σμπαράλια στα υπόγεια
πόρτα δεν ανοίγει
παράθυρο ταβάνι
πρέπει να ξεφύγω Continue reading «λΑΜΠΕΡΟύΚ, Τρία ποιήματα»

Πάνος Χα!, Δύο ποιήματα

ΕΝΤΟΜΟ

είσαι ένα άτιμο άτομο!
μου ’πε
κι εσύ ένα έντιμο έντομο!
του ’πα εγώ
άτιμο έντομο θα σε πιάσω!
ακούστηκε η φωνή της κυρίας
και ξαφνικά
απ’ το τίποτα
μετατράπηκα σε έντιμο άτομο

 

ΑΠΟ ΣΥΝ ΔΕΘΗΚΑ

εγώ ψάχνω εσένα
εσύ ψάχνεις wi-fi

το attica με στοιχειώνει
τόσο διαφορετικό από τον δρόμο
μα ενωμένο
ενώ μένω
και είναι και η δια ρρύθμιση
μια συν θήκη στο κέντρο της πόλης

Περισσότερα ποιήματα του Πάνου Χα! μπορείτε να διαβάσετε στο ενδέκατο τεύχος του Τεφλόν.

John Hall, Δύο ποιήματα

ΑΥΤΟΙ

Μπορούν να στείλουν έναν άνθρωπο στο φεγγάρι
Μπορούν να φτιάξουν σαπούνι από ανθρώπους και φαγητό από ξύλο
Μπορούν να κατασκευάσουν μηχανές που κάνουν τη δουλειά εκατομμυρίων ανθρώπινων όντων
Μπορούν να ταΐσουν τον κόσμο όλο
Μπορούν να πάνε απ’ το μηδέν στο πενήντα σε 3,9 δεύτερα
Μπορούν να καλλιεργήσουν πορτοκάλια στην έρημο και ντομάτες υποβρυχίως
Μπορούν να προβλέψουν ή να επηρεάσουν τον καιρό ενίοτε
Μπορούν να δημιουργήσουν μια νόσο και μετά να ισχυριστούν πως είναι η θεραπεία
Μπορούν να κατασκευάσουν υπεραγωγούς που θα αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους μια για πάντα
Μπορούν να φτιάξουν καφέ που να μου αρέσει χωρίς καφεΐνη
Μπορούν να αυτοανατιναχτούν ή να περιμένουν ο ήλιος να εκραγεί

Continue reading «John Hall, Δύο ποιήματα»