Ένθετο για την Πατ Πάρκερ στο περιοδικό Μιγάδα

Parker_Cover

Το περιοδικό Τεφλόν και η ομάδα γυναικών Μιγάδα επιμελήθηκαν μια ξεχωριστή έκδοση για την Πατ Πάρκερ, μια ποιήτρια που με λόγο θαρραλέο, άμεσο, αφοπλιστικό αποτυπώνει στο έργο της την εμπειρία του να είσαι αγωνιζόμενη μαύρη, εργάτρια, λεσβία, φεμινίστρια στην Αμερική του ’70-’80.

Η μικρή αυτή έκδοση συμπληρώνει την παρουσίαση του ποιητικού έργου της Πατ Πάρκερ που ξεκινήσαμε στο τεύχος 10 του Τεφλόν («Pat Parker: νταλίκα, ανώμαλη, περίεργη»). Περιλαμβάνει μακροσκελή και μικρότερα ποιήματα, κάποια εκ των οποίων αποτελούν σημαντικούς σταθμούς στο έργο της ποιήτριας, και συνοδεύει ως ένθετο το περιοδικό Μιγάδα.

Αναζητήστε το!

Συνέχεια ανάγνωσης «Ένθετο για την Πατ Πάρκερ στο περιοδικό Μιγάδα»

Κορίτσι Οξύ, Ασύνδετο 4


Τα μικρά απογεύματα –κάπου εκεί στο αμήχανο ενδιάμεσο των εποχών– σύχναζε σε συναντήσεις υποστήριξης ατόμων με ατυχή κουρέματα και παρελθόντα. Παρατηρούσε τις στραβές ψαλιδιές και τις τσαλακωμένες εφηβείες και ενίοτε μετρούσε στο πάτωμα τα φαντεζί καπέλα και χαμόγελα με τα οποία τις έκρυβαν. Τολμούσε να αναπολήσει εκ του σύνεγγυς παλαιούς χρόνους αυτονόητης ομορφιάς και λεπτότητας αλλά και πυρομανούς πάθους. Φανταζόταν τα φιμέ τζάμια των γυαλιστερών λιμουζίνων και τα βέλα από στρογγυλεμένες βλεφαρίδες και άκουγε τις κομμένες, από ένα ενδεχόμενο τραχύ βλέμμα, ανάσες που μπορούσαν να πλημμυρίσουν ασκόπως μελάνι και ηδυπάθεια υποκίτρινες σελίδες, περιτέχνως υδατογραφημένες. Χαμογελούσε τότε με γαλαντομία απέναντι σε ντεμοντέ έρωτες και λοιπά στραφταλιζέ παραφερνάλια που κάλυπταν ολοσχερώς με τη βαριά τους χάρη μια επιμελώς παραμελημένη Ιστορία. Είχε εξάλλου προσφάτως ανακαλύψει ότι οι πιο πικρές διαπιστώσεις εμφανίζονται αθόρυβα –σαν ώριμες γάτες– μετά από στιγμές ελαφράς διανοητικής χαλάρωσης, όταν το μυαλό απλώνει ως θαλάσσιος αστερίας και εντελώς ανοιχτό, πλέον, κι ευάλωτο αφήνεται να παστωθεί ακόμα κι από την πιο αρμυρή αλήθεια. Ακουμπούσε μετά το αυτί της στο έδαφος για να ακούσει ηχηρές φιλίες που τελείωναν λόγω ευτραφών εγώ. Από αυτά που πρήζονται στο όνομα μιας κακοτροχισμένης ευθύτητας, χωρίς να έχουν ποτέ καταδυθεί τολμηρά στα βαθύτερά τους κελάρια και να έχουν αντικρίσει την απρεπή μούχλα που συχνότατα αναπτύσσεται εκεί, ακόμα και στα πιο καλά ανακαινισμένα μυαλά. Αντιλαμβανόταν φυσικά ότι όσο πλησίαζε το θερινό ηλιοστάσιο εκκρεμούσαν  αποκαλυπτήρια. Και ότι στο απόγειο του πανηγυρικού όφειλε να ξεκινήσει χαμηλά και με κάθε λιτανική βραδύτητα –κι ίσως κάποιες μακριές εμφατικές σιωπές στο ενδιάμεσο– έτσι ώστε να κρατήσει όσες υπεράνθρωπες δυνάμεις και όσα τρομερά ηχοχρώματα τυχόν χρειάζονταν για την ουράνια κραυγή του τέλους.

Π. Ε. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

ΕΙΜΑΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Είμαι ερωτευμένος με τον έρωτα,
τα πράσινα μάτια του, τα ξανθά μαλλιά του,
το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου
όταν κλαίω.
Είμαι ερωτευμένος με τον έρωτα,
το ’χω πει και πάντα θα το λέω.

23.01.11

Συνέχεια ανάγνωσης «Π. Ε. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα»