Cheryl Clarke, το καπέλο μου ανάποδα

οι ποιήτριες είναι από τις πρώτες μάγισσες
ας υποφέρουνε λοιπόν μέχρι θανάτου
ας υποφέρουν και καμιά φωνή μη βγάλει
μπρος σ’ ολονών τα μάτια ας καούν
παρεκτός αν μετανοημένες στα λατινικά
τους στίχους τους αρχίσουν ν’ απαγγέλλουν.
είμαι ποιήτρια.
μιλάω κορακίστικα.
τρώω πόδια γουρουνίσια –σημάδι κραυγαλέο
του σατανά
για όσους έχουνε σε δάκτυλο
και ίαμβο εκπαιδευμένα αυτιά
για αυτούς που λύνουνε τις διαφορές με δίστιχα.

το βάζω στα πόδια μόλις δω ποντίκια.
με αρούρια μπερδεύω
τα νεκρά καφετιά φύλλα
που ο άνεμος χορεύει γρήγορα και κοφτά
γράφω σταματημένη στα φανάρια
ακούγοντας ντιούκ έλινγκτον
στο κότον κλαμπ.

κρατώ από τη φάρα των μαγισσών.
χάντρες ταρώ φορώ
ψάχνω για νεοπαγανίστριες
τα προσχέδια καίω όλα
αναζητώ τις τρομερές γυναίκες
εκείνες που τους βοστρύχους τους κρύβουν
ωσότου η σίβα επιστρέψει.

Continue reading «Cheryl Clarke, το καπέλο μου ανάποδα»

Advertisements

Ο όμορφος Βέλκι και τα δυο γαλάζια ψάρια

Πριν από πολύν καιρό ζούσαν άνθρωποι και στη νότια μεριά του Μποϊγκάν, στο χωριό Μαβάτ. Σε αυτό το χωριό ζούσαν και δυο αδερφές, η Ντοράμ ήταν η νεότερη και η Ντομάκ η πρωτότοκη.
Όταν οι γονείς τους χρειαζόντουσαν νερό, τα δυο κορίτσια έπρεπε να πάνε μέχρι την πηγή να κουβαλήσουν το νερό μέσα σε μεγάλα δοχεία από ινδικό καλάμι. Και κάθε φορά που τα κορίτσια πήγαιναν για νερό, τα συνόδευε ο Βέλκι και μερικά άλλα αγόρια του χωριού. Έλεγαν αστεία μεταξύ τους και γελούσαν σ’ όλο το δρόμο. Κι όταν έφταναν στην πηγή, γέμιζαν με νερό τους σωλήνες από ινδικό καλάμι. Όμως πριν ξεκινήσουν για τα σπίτια τους τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν ένα μεγάλο κύκλο κι έπαιζαν μπάλα. Κοντά στην πηγή υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο ουαΐ και με τον καρπό του έπαιζαν*. Τα παιδιά έριχναν το ουαΐ το ένα στο άλλο κι όταν έφτανε στα χέρια του Βέλκι σταματούσαν το παιχνίδι τους και ξεκινούσαν για το σπίτι.
Ο Βέλκι δεν καταγόταν απ’ το Μαβάτ, αλλά είχε έρθει από το κοντινό χωριό Σάου. Και τα κορίτσια του Σάου πήγαιναν να φέρουν νερό από την πηγή. Πάντα σχηματιζόταν μια μεγάλη παρέα από κορίτσια και αγόρια που πήγαιναν να φέρουν νερό. Ο Βέλκι ψάρευε συχνά με το καμάκι, πάντα όμως ακολουθούσε τα κορίτσια όταν αυτά πήγαιναν στην πηγή.

Μια μέρα που είχε τελειώσει πάλι το νερό, τα κορίτσια ξεκίνησαν για την πηγή. Όμως αυτή τη φορά η Ντομάκ πήγαινε με την παρέα των νεαρών, δίπλα στο Βέλκι, που στο μεταξύ είχε γίνει ερωμένος της. Η αδερφή της, η Ντοράμ, ήταν μαζί με τα άλλα κορίτσια. Όλες όμως οι κοπέλες ζήλευαν την Ντομάκ γιατί ήταν ερωτευμένες με το Βέλκι. Όταν έφτασαν στην πηγή, γέμισαν με νερό τους σωλήνες από ινδικό καλάμι κι όπως πάντα έπαιξαν μπάλα και μετά ξεκίνησαν για το χωριό. Οι νεαροί πήγαιναν μπροστά και τα κορίτσια τούς ακολουθούσαν. Η Ντομάκ, περήφανη και χαρούμενη, περπατούσε δίπλα στο Βέλκι και κρατούσε το χέρι του. Τα άλλα κορίτσια λύσσαξαν από τη ζήλια τους και μουρμούρισαν:
— Όταν έρθει στην Ντομάκ η πρώτη της εμμηνόρροια, δε θα τη βοηθήσουμε! Κι ούτε θ’ αφήσουμε και την αδερφή της να τη βοηθήσει…
Όλα τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν ακόμα ώριμα για γάμο. Ήταν όμως συνήθεια όταν ένα κορίτσι είχε την πρώτη της εμμηνόρροια, κάποιος έπρεπε να την περιποιείται και να τη βάλει να καθίσει, γιατί δεν επιτρεπόταν να περπατά έξω. Έμενε στο σπίτι της και τη φρόντιζε κάποια θεία της, της έφερνε φαγητό κι ό,τι άλλο της χρειαζόταν. Continue reading «Ο όμορφος Βέλκι και τα δυο γαλάζια ψάρια»

αίμα της

ΓΙΑΓΙΑ

Στις λάσπες ξυπόλυτη περπατούσα
Χωρίς βρακί
Το αίμα κυλούσε στη μέσα πλευρά των μηρών μου
Υγρό χώμα κατάπινε
Τροφή

Σε λιοστάσια, αλώνια

Κάθε μήνα χυμός αχνιστός
Δεν συγκρατιόταν
Κατάρα χυνόταν

Τώρα πια θυμάμαι μόνο
ξεβράκωτη να ματώνω
Όμως
Δεν είχα άλλη καμιά
παιδούλα στις λάσπες ζεστασιά

Continue reading «αίμα της»

αίμα μου

Στο τεύχος #2, που μόλις μοιράστηκε και ηλεκτρονικά, φιλοξενήθηκε το αφιέρωμα «Τα έμμηνα της ποίησης». Ιδού λοιπόν, επ’ ευκαιρίας, κάποιο επιπλέον υλικό που προέκυψε στο κατόπι: μερικά έμμηνα κλιπς, ένα ποίημα που αυθόρμητα συνεισέφερε φέτος η Μαρία και ένα έμμηνο παραμύθι. [Επιπλέον δείτε εδώ και εδώ.]

Continue reading «αίμα μου»

Γιώργος Τσιόγγας, Συννεφοεπιλογή

i
ένα παράξενο δάσος, με δωμάτια και πόρτες
χέρια που μαζεύουνε τα βήματά μας, σιωπή

κάτι λικνίζεται, ίσως είναι οι ψυχοκόποι
ίσως είναι το σήμερα μες στα καλάμια

παράξενο δάσος, τόσα ξοπίσω μας παιδιά
γυρνάμε κι ανταμώνουμε
εμάς, στα βήματά μας

ii
κάποιοι χορεύουνε και το δάπεδο είναι η φλούδα μου
εκεί πλάι στους κροτάφους
εκεί το βράδυ αφήνω ένα λευκό χαλίκι να κυλήσει
μήπως το βρουν μήπως σκοντάψουν

εκεί πλάι στους κροτάφους
κάποιοι χορεύουνε σκίζουνε τη φλούδα
χορεύουνε και γίνονται χαλίκια

Continue reading «Γιώργος Τσιόγγας, Συννεφοεπιλογή»