λΑΜΠΕΡΟύΚ, Τρία ποιήματα

ΟΠΤΗΡΑΣ

—————- — —- —φτιάχνουμε καράβια
————————— —-να βρουνε νέα γη
———————-   —φτιάχνουμε ναυάγια
στους υφάλους των παρελθόντων μας

η θλίψη συλλέγεται σε αλεξικέραυνα
αρωματισμένοι σπινθήρες εσείς
παράξενα χωνευτήρια μίσους και μαγείας
μετουσιώνετε τα αποστεομένα δάχτυλά μου σε τρανές κεραίες
κεντάτε κατάρες στα στιλπνά ζωτικά πεδία των χειλιών μου
γιατί μου λέτε: πέθανε!
γιατί μου λέτε: ζήσε!
και εγώ προσεύχομαι εν ονόματι της αγρύπνιας
και το ξέρω ότι αν ενωθώ με τη μεγάλη ανακούφιση
κουβαλητή της αθωότητας θα με χρίσετε
ταλαίπωρα ρετάλια
σινιόρες των μαύρων τόπων
ξένοιαστοι καρποί που θρύβεστε εντός της ανεξήγητης άνοιξης
αν εσείς διψάτε ας έχω εγώ νερό
αν δεν έχω εγώ νερό ποτέ να μη διψάσετε
κι εσύ φως
είσαι χέρι που κρατά κερί;
ή τερηδόνα μπηγμένη σε βρεφική σάρκα;
όπως και να ‘χει
η αγορά ενός δούλου
δεν θα ‘ναι ποτέ τελειωμένη υπόθεση
οι ταπεινοί άλλωστε ευφραίνονται με τον θυμό
και η κόρη με τη κόγχη
φλεγματικά καρφιά μετρούν ακρωτηριασμούς
η καρδιά εν κινδύνω εκχέει δυσαρμονίες
ο τυφλός οδηγεί
χιχι
καλέ μου δούλε
αδυσώπητε καθρέφτη της ψυχής μου
τέντωσε καλά τα αυτιά σου!
μ’ ακούς;
έρχομαι να σ’ αγοράσω!
υδρόβια πλοκάμια είναι οι ρίζες μου
κακό το ριζικό μου
θα με λατρέψεις σαν συντέλεια…
μ’ ακούς;

Continue reading «λΑΜΠΕΡΟύΚ, Τρία ποιήματα»