Τα τεύχη 6, 7 & 8 σε pdf

6-7-8_covers_blog

Κατεβάστε τα (εδώ και καιρό εξαντλημένα) τεφλονοτεύχη:

Τεφλόν #6

Τεφλόν #7

Τεφλόν #8

Advertisements

R.I.P. Amiri Baraka

ΜΙΑ ΑΓΩΝΙΑ. ΟΠΩΣ ΤΩΡΑ

Βρίσκομαι μέσα σε κάποιον
που με μισεί. Κοιτάζω
μέσα από τα μάτια του. Μυρίζω
όσες βρωμερές μελωδίες εισέρχονται
στην αναπνοή του. Αγαπώ τις
αξιολύπητες γυναίκες του.

Σχισμές στο μέταλλο, για ήλιο. Εκεί που
τα μάτια μου στριφογυρίζουν, στην ψύχρα
η λάμψη του φωτός, ή η σκληρή σάρκα
που τρίβεται πάνω μου, μια γυναίκα, ένας άντρας,
χωρίς σκιά, ή φωνή, ή νόημα.

Αυτός είναι ο εγκλεισμός (η σάρκα,
όπου η αθωότητα είναι όπλο. Μια
αφαίρεση. Άγγιγμα. (Όχι δική μου.
Ή δική σου, αν είσαι η ψυχή που είχα
και εγκατέλειψα όταν ήμουν τυφλός και έβαζα
τους εχθρούς μου να με κουβαλήσουν σαν νεκρό
(αν είναι όμορφος, ή τον οικτίρουν.

Μπορεί να είναι πόνος. (Όπως τώρα, καθώς όλη του
η σάρκα με πληγώνει.) Μπορεί να είναι αυτό. Ή
πόνος. Όπως τότε που εκείνη έτρεξε μακριά μου μέσα
στο δάσος.
————-Ή πόνος, το μυαλό
ασημένια σπείρα εκτοξεύεται ενάντια στον
ήλιο, ψηλότερα ακόμα κι από εκεί που οι παλιοί πίστευαν
πως βρίσκεται ο Θεός. Ή πόνος. Και το άλλο. Το
ναι. (Μέσα στα βιβλία του, στα δάχτυλά του. Είναι
μαραμένα κίτρινα λουλούδια και ποτέ τους δεν ήταν
όμορφα.) Το ναι. Χαμένη μου ψυχή, θα πεις
«ομορφιά». Ομορφιά, εφαρμοσμένη, όπως το δέντρο. Το
αργό ποτάμι. Ένας λευκός ήλιος στις υγρές του προτάσεις.
Ή, οι ψυχροί άνθρωποι στην καταιγίδα. Έκσταση. Σάρκα
ή ψυχή. Το ναι. (Οι μανδύες τους κυματίζουν στον αέρα. Τα κύπελλά τους
άδεια. Τραγουδάνε πεσμένοι στα δικά μου πόδια, όχι στα δικά σου.) Σάρκα
ή ψυχή, εξίσου διεφθαρμένα. Όπου η απάντηση κινείται τόσο γρήγορα.
Όπου και ο Θεός είναι μια ύπαρξη, τελικά.)

Κρύος άνεμος φυσάει μέσα από σχιστά τυφλά μάτια. Σάρκα,
λευκό πυρωμένο σίδερο. Λάμπει σαν τη μέρα με τον ήλιο της.
Ανθρώπινη αγάπη είναι, μέσα της κατοικώ. Σ’ έναν κοκκαλιάρη σκελετό
που αναγνωρίζεις σαν λέξεις ή απλό συναίσθημα.

Αλλά δεν αισθάνεται τίποτα. Σαν το μέταλλο, είναι καυτός, δεν είναι,
δοσμένος στην αγάπη.

Καίει αυτό που
είναι μέσα του.

 

Continue reading «R.I.P. Amiri Baraka»

Μυρτώ Ξανθοπούλου, Ένα μικρό πεζό και τέσσερα ποιήματα

Myrto Xanthopoulou

ΕΙΜΙ ΓΟΥΑΪΝΧΑΟΥΖ

Οι τέντες στις πολυκατοικίες
πράσινα ξέφτια
παραιτημένα στο βρωμοαέρα

τέντες μεσίστιες
λάβαρα της βρωμοαθήνας

τα περιστέρια κουτσουλούν
και σιωπούν.

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (θρίλερ)

Ξυπνάω στο δεξί  πλευρό, αυτό που βλέπει το μπαλκόνι. Πίσω από την κουρτίνα διακρίνω τη φιγούρα ενός πουλιού. Τα φτερά του είναι απλωμένα και όμως είναι ακίνητο. Έχει τις διαστάσεις ενός κόνδορα και την ακέφαλη ελπίδα της νίκης της σαμοθράκης. Δεν εγκαταλείπει τη μνημειακή στάση του παρόλη τη σκουριά που έχει αρχίσει να εμφανίζεται στα φτερά του, και παρόλο το βάρος των βρεγμένων ρούχων. Ούτε αφήνει ποτέ το πόστο του, το στενό μπαλκόνι.
Σκέφτομαι, η απλώστρα είναι το πιο τραγικό πουλί. Εντάξει, και άλλα πουλιά δεν μπορούν να πετάξουν (όπως η κότα ή η στρουθοκάμηλος), αλλά αυτά είναι χαζά και όλο τρέχουν δεξιά και αριστερά. Η απλώστρα σιωπηλή και στωική στηρίζει μπουγάδες και μπουγάδες απαρηγόρητων ρούχων μέχρι να στεγνώσουν, σαν καλή παραμάνα γενιές και γενιές κλαμένων παιδιών. Και δε ζητάει αντάλλαγμα, ούτε καταχέζει το μπαλκόνι.
Γυρνάω πλευρό. Βλέπω το διάδρομο και την πόρτα του μπάνιου. Σκέφτομαι τον κομπλεξικό άνθρωπο, που μόνο με αεροπλάνο μπορεί να πετάξει. Και αναφέρεται στα πουλιά ως «πτηνά» (με επιστημονική συγκατάβαση), ή «πουλερικά» (δηλαδή αυτό που θα φάμε). Και έχει επιπλέον το θράσος να βαφτίζει το δικό του τσουτσούνι «πουλί».
Γυρνάω μπρούμυτα.

Τα ρούχα δε θα στεγνώσουν ποτέ, ποτέ δε στεγνώνουν.

Continue reading «Μυρτώ Ξανθοπούλου, Ένα μικρό πεζό και τέσσερα ποιήματα»

Αντώνης Αντωνάκος, Δύο μικρά πεζά

Γραμμή αυτοκτονίας

Απ’ τη μιαν άκρη της γραμμής ακούστηκε μιαν αργόσυρτη γυναικεία φωνή, «η κόρη μου είναι άρρωστη. Έχει παραφρονήσει λόγω οξείας εξάψεως. Φοβάται και τρομάζει στο σκοτάδι. Παθαίνει κρίσεις πανικού. Έχει μονίμως ένα σφίξιμο στην καρδιά. Επιθυμεί την αυτοκτονία. Είναι θυμωμένη, ταραγμένη, αγωνιά. Κατονομάζει πράγματα φοβερά που την προστάζουν να πηδήξει στο κενό, να ριχτεί σε πηγάδια, να κρεμαστεί. Όταν δεν έχει εφιάλτες και δεν υπάρχουν φαντάσματα γύρω της, υπάρχει ένα είδος ηδονής που την κάνει να ποθεί το θάνατο σα να είναι κάτι καλό». Απ’ την άλλη άκρη της γραμμής χαμηλόφωνα με μιαν επιτηδευμένη συμπόνια η υπάλληλος απάντησε, «σε άτομα καταθλιπτικά, άρρωστα ή που θέλουν να κρεμαστούν, χορηγήστε κάθε πρωί χυμό από ρίζα μανδραγόρα».


Με ήλιο και βροχή

Το λεωφορείο σταμάτησε στο σπίτι της χήρας. Μια δίπατη ξύλινη καντίνα πριν το Επταχώρι. Δίπλα στην είσοδο είχε ένα κίτρινο γραμματοκιβώτιο. Γύρω γύρω λάσπες κι ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα που οριοθετούσε το ρέμα απ’ το δημόσιο δρόμο. Ο οδηγός γουστάριζε να παίρνει το καφεδάκι του με τη χήρα κάθε που ανεβαίναμε Θεσσαλονίκη. Αυτό που εννοούσε για καφεδάκι δεν ήταν στην πραγματικότητα καφεδάκι παρά ένας σωρός άλλα πράγματα. Είχε ένα ειδύλλιο δρόμου και σταματούσε το δρομολόγιο εκεί, με ήλιο και με βροχή. Οι επιβάτες κατέβαιναν νυσταγμένοι παίρνοντας θέση στη μικρή ισόγεια κουζίνα. Η χήρα ήταν ντυμένη πάντα με τα ίδια ρούχα. Χτένιζε με τον ίδιο τρόπο τα μαλλιά και φορούσε μαύρα γυαλιστερά παπούτσια που άστραφταν σα βρεγμένα κάρβουνα. Έψηνε σε όλους καφεδάκι και στο μεγάλο τραπέζι δίπλα στην είσοδο είχε πάντα μια πιατέλα με φρέσκο χαλβά πασπαλισμένο με κανέλα και ζάχαρη. Η χήρα ήταν αδύνατη γύρω στα πενήντα με μαύρα αμυγδαλωτά μάτια. Στον τοίχο απ’ άκρη σ’ άκρη είχε ένα σπάγκο απ’ όπου κρέμονταν παντού ματσάκια με λουλούδια. Ο οδηγός έπαιρνε τελετουργικά ένα φλιτζάνι με καφέ και ροβολούσε στο πάνω πάτωμα με τη χήρα. Οι ταξιδιώτες κάθονταν κάτω, στην κουζίνα, πίνοντας καφέ και τρώγοντας εξωτικό χαλβά, ξεδιψώντας με γάργαρο νεράκι του Γράμμου, ενόσω ο οδηγός ήταν με τη χήρα στην κρεβατοκάμαρά της παίρνοντας τον «καφέ» του. Το τρίξιμο του σουμιέ τράνταζε τη δίπατη ξύλινη καντίνα κι οι ταξιδιώτες έσφιγγαν μηχανικά τις παλάμες τους στο τραπέζι και τις καρέκλες, σα χταπόδια, κοιτώντας τον ουρανό.

Continue reading «Αντώνης Αντωνάκος, Δύο μικρά πεζά»

Χαρά Παπαδοπούλου, Σουρεαλισμός… στο Θησείο

Ο λαός πεταμένος στον τενεκέ
Τυπάκια εναλλακτικά, ζευγάρια κυριλέ
Εκλογές
Στημένοι μπάτσοι κάνουν τσιγάρο
Πιάνει ψύχρα με ήλιο
Στο Θησείο για καφέ
Σε κοιτάζω μα δε με βλέπεις
Κυρίες στην εμμηνόπαυση κελαηδάνε
Κρυφός κλέφτης της πραγματικότητας
«Αρίστο, περίμενε, μωρή!», παιδιά σε ποδήλατα
Σέξι αδερφές
Ένα περιστέρι αδιαφορεί

Απόστολος Μαϊκίδης, Δύο ποιήματα

IMG_2094p

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

Ο πρώτος πήρε φόρα
και έπεσε στην πόρτα

ο επόμενος αδιάφορα
προσπέρασε την πόρτα

ο άλλος ήταν σίγουρος
πως δεν υπήρχε πόρτα

κανείς δεν άνοιξε την πόρτα

Continue reading «Απόστολος Μαϊκίδης, Δύο ποιήματα»

Χρήστος Ζάχος, Αλφαβητάρι

Απόψε η νύχτα δε θα ’ρθεί 

με μαύρες άγριες σκέψεις. 

Βήματα βράδυ μπροστά απ’ την πόρτα σου 

για σήκω για βάλ’ τα καλά σου

Γέφυρα ανάμεσα σ’ εσένα και μένα

   γέφυρα γιοφύρι μόνη ελπίς

Δίνομαι τώρα, σου δίνομαι τώρα, 

δίνομαι σε σένα τώρα

Έχω πως έχω κατέχω θαρρώ

Continue reading «Χρήστος Ζάχος, Αλφαβητάρι»