Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

05/02/2017

Τα τεύχη 6, 7 & 8 σε pdf

Filed under: Τεύχος Έξι,Τεύχος Εφτά,Τεύχος Οκτώ — kyokokishida @ 5:25 μμ

6-7-8_covers_blog

Κατεβάστε τα (εδώ και καιρό εξαντλημένα) τεφλονοτεύχη:

Τεφλόν #6

Τεφλόν #7

Τεφλόν #8

Advertisements

10/01/2014

R.I.P. Amiri Baraka

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 4:59 μμ

ΜΙΑ ΑΓΩΝΙΑ. ΟΠΩΣ ΤΩΡΑ

Βρίσκομαι μέσα σε κάποιον
που με μισεί. Κοιτάζω
μέσα από τα μάτια του. Μυρίζω
όσες βρωμερές μελωδίες εισέρχονται
στην αναπνοή του. Αγαπώ τις
αξιολύπητες γυναίκες του.

Σχισμές στο μέταλλο, για ήλιο. Εκεί που
τα μάτια μου στριφογυρίζουν, στην ψύχρα
η λάμψη του φωτός, ή η σκληρή σάρκα
που τρίβεται πάνω μου, μια γυναίκα, ένας άντρας,
χωρίς σκιά, ή φωνή, ή νόημα.

Αυτός είναι ο εγκλεισμός (η σάρκα,
όπου η αθωότητα είναι όπλο. Μια
αφαίρεση. Άγγιγμα. (Όχι δική μου.
Ή δική σου, αν είσαι η ψυχή που είχα
και εγκατέλειψα όταν ήμουν τυφλός και έβαζα
τους εχθρούς μου να με κουβαλήσουν σαν νεκρό
(αν είναι όμορφος, ή τον οικτίρουν.

Μπορεί να είναι πόνος. (Όπως τώρα, καθώς όλη του
η σάρκα με πληγώνει.) Μπορεί να είναι αυτό. Ή
πόνος. Όπως τότε που εκείνη έτρεξε μακριά μου μέσα
στο δάσος.
————-Ή πόνος, το μυαλό
ασημένια σπείρα εκτοξεύεται ενάντια στον
ήλιο, ψηλότερα ακόμα κι από εκεί που οι παλιοί πίστευαν
πως βρίσκεται ο Θεός. Ή πόνος. Και το άλλο. Το
ναι. (Μέσα στα βιβλία του, στα δάχτυλά του. Είναι
μαραμένα κίτρινα λουλούδια και ποτέ τους δεν ήταν
όμορφα.) Το ναι. Χαμένη μου ψυχή, θα πεις
«ομορφιά». Ομορφιά, εφαρμοσμένη, όπως το δέντρο. Το
αργό ποτάμι. Ένας λευκός ήλιος στις υγρές του προτάσεις.
Ή, οι ψυχροί άνθρωποι στην καταιγίδα. Έκσταση. Σάρκα
ή ψυχή. Το ναι. (Οι μανδύες τους κυματίζουν στον αέρα. Τα κύπελλά τους
άδεια. Τραγουδάνε πεσμένοι στα δικά μου πόδια, όχι στα δικά σου.) Σάρκα
ή ψυχή, εξίσου διεφθαρμένα. Όπου η απάντηση κινείται τόσο γρήγορα.
Όπου και ο Θεός είναι μια ύπαρξη, τελικά.)

Κρύος άνεμος φυσάει μέσα από σχιστά τυφλά μάτια. Σάρκα,
λευκό πυρωμένο σίδερο. Λάμπει σαν τη μέρα με τον ήλιο της.
Ανθρώπινη αγάπη είναι, μέσα της κατοικώ. Σ’ έναν κοκκαλιάρη σκελετό
που αναγνωρίζεις σαν λέξεις ή απλό συναίσθημα.

Αλλά δεν αισθάνεται τίποτα. Σαν το μέταλλο, είναι καυτός, δεν είναι,
δοσμένος στην αγάπη.

Καίει αυτό που
είναι μέσα του.

 

(more…)

18/11/2013

Μυρτώ Ξανθοπούλου, Ένα μικρό πεζό και τέσσερα ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 12:43 μμ

Myrto Xanthopoulou

ΕΙΜΙ ΓΟΥΑΪΝΧΑΟΥΖ

Οι τέντες στις πολυκατοικίες
πράσινα ξέφτια
παραιτημένα στο βρωμοαέρα

τέντες μεσίστιες
λάβαρα της βρωμοαθήνας

τα περιστέρια κουτσουλούν
και σιωπούν.

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (θρίλερ)

Ξυπνάω στο δεξί  πλευρό, αυτό που βλέπει το μπαλκόνι. Πίσω από την κουρτίνα διακρίνω τη φιγούρα ενός πουλιού. Τα φτερά του είναι απλωμένα και όμως είναι ακίνητο. Έχει τις διαστάσεις ενός κόνδορα και την ακέφαλη ελπίδα της νίκης της σαμοθράκης. Δεν εγκαταλείπει τη μνημειακή στάση του παρόλη τη σκουριά που έχει αρχίσει να εμφανίζεται στα φτερά του, και παρόλο το βάρος των βρεγμένων ρούχων. Ούτε αφήνει ποτέ το πόστο του, το στενό μπαλκόνι.
Σκέφτομαι, η απλώστρα είναι το πιο τραγικό πουλί. Εντάξει, και άλλα πουλιά δεν μπορούν να πετάξουν (όπως η κότα ή η στρουθοκάμηλος), αλλά αυτά είναι χαζά και όλο τρέχουν δεξιά και αριστερά. Η απλώστρα σιωπηλή και στωική στηρίζει μπουγάδες και μπουγάδες απαρηγόρητων ρούχων μέχρι να στεγνώσουν, σαν καλή παραμάνα γενιές και γενιές κλαμένων παιδιών. Και δε ζητάει αντάλλαγμα, ούτε καταχέζει το μπαλκόνι.
Γυρνάω πλευρό. Βλέπω το διάδρομο και την πόρτα του μπάνιου. Σκέφτομαι τον κομπλεξικό άνθρωπο, που μόνο με αεροπλάνο μπορεί να πετάξει. Και αναφέρεται στα πουλιά ως «πτηνά» (με επιστημονική συγκατάβαση), ή «πουλερικά» (δηλαδή αυτό που θα φάμε). Και έχει επιπλέον το θράσος να βαφτίζει το δικό του τσουτσούνι «πουλί».
Γυρνάω μπρούμυτα.

Τα ρούχα δε θα στεγνώσουν ποτέ, ποτέ δε στεγνώνουν.

(more…)

19/10/2013

Αντώνης Αντωνάκος, Δύο μικρά πεζά

Filed under: Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 6:33 μμ

Γραμμή αυτοκτονίας

Απ’ τη μιαν άκρη της γραμμής ακούστηκε μιαν αργόσυρτη γυναικεία φωνή, «η κόρη μου είναι άρρωστη. Έχει παραφρονήσει λόγω οξείας εξάψεως. Φοβάται και τρομάζει στο σκοτάδι. Παθαίνει κρίσεις πανικού. Έχει μονίμως ένα σφίξιμο στην καρδιά. Επιθυμεί την αυτοκτονία. Είναι θυμωμένη, ταραγμένη, αγωνιά. Κατονομάζει πράγματα φοβερά που την προστάζουν να πηδήξει στο κενό, να ριχτεί σε πηγάδια, να κρεμαστεί. Όταν δεν έχει εφιάλτες και δεν υπάρχουν φαντάσματα γύρω της, υπάρχει ένα είδος ηδονής που την κάνει να ποθεί το θάνατο σα να είναι κάτι καλό». Απ’ την άλλη άκρη της γραμμής χαμηλόφωνα με μιαν επιτηδευμένη συμπόνια η υπάλληλος απάντησε, «σε άτομα καταθλιπτικά, άρρωστα ή που θέλουν να κρεμαστούν, χορηγήστε κάθε πρωί χυμό από ρίζα μανδραγόρα».


Με ήλιο και βροχή

Το λεωφορείο σταμάτησε στο σπίτι της χήρας. Μια δίπατη ξύλινη καντίνα πριν το Επταχώρι. Δίπλα στην είσοδο είχε ένα κίτρινο γραμματοκιβώτιο. Γύρω γύρω λάσπες κι ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα που οριοθετούσε το ρέμα απ’ το δημόσιο δρόμο. Ο οδηγός γουστάριζε να παίρνει το καφεδάκι του με τη χήρα κάθε που ανεβαίναμε Θεσσαλονίκη. Αυτό που εννοούσε για καφεδάκι δεν ήταν στην πραγματικότητα καφεδάκι παρά ένας σωρός άλλα πράγματα. Είχε ένα ειδύλλιο δρόμου και σταματούσε το δρομολόγιο εκεί, με ήλιο και με βροχή. Οι επιβάτες κατέβαιναν νυσταγμένοι παίρνοντας θέση στη μικρή ισόγεια κουζίνα. Η χήρα ήταν ντυμένη πάντα με τα ίδια ρούχα. Χτένιζε με τον ίδιο τρόπο τα μαλλιά και φορούσε μαύρα γυαλιστερά παπούτσια που άστραφταν σα βρεγμένα κάρβουνα. Έψηνε σε όλους καφεδάκι και στο μεγάλο τραπέζι δίπλα στην είσοδο είχε πάντα μια πιατέλα με φρέσκο χαλβά πασπαλισμένο με κανέλα και ζάχαρη. Η χήρα ήταν αδύνατη γύρω στα πενήντα με μαύρα αμυγδαλωτά μάτια. Στον τοίχο απ’ άκρη σ’ άκρη είχε ένα σπάγκο απ’ όπου κρέμονταν παντού ματσάκια με λουλούδια. Ο οδηγός έπαιρνε τελετουργικά ένα φλιτζάνι με καφέ και ροβολούσε στο πάνω πάτωμα με τη χήρα. Οι ταξιδιώτες κάθονταν κάτω, στην κουζίνα, πίνοντας καφέ και τρώγοντας εξωτικό χαλβά, ξεδιψώντας με γάργαρο νεράκι του Γράμμου, ενόσω ο οδηγός ήταν με τη χήρα στην κρεβατοκάμαρά της παίρνοντας τον «καφέ» του. Το τρίξιμο του σουμιέ τράνταζε τη δίπατη ξύλινη καντίνα κι οι ταξιδιώτες έσφιγγαν μηχανικά τις παλάμες τους στο τραπέζι και τις καρέκλες, σα χταπόδια, κοιτώντας τον ουρανό.

(more…)

15/10/2013

Χαρά Παπαδοπούλου, Σουρεαλισμός… στο Θησείο

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 10:28 μμ

Ο λαός πεταμένος στον τενεκέ
Τυπάκια εναλλακτικά, ζευγάρια κυριλέ
Εκλογές
Στημένοι μπάτσοι κάνουν τσιγάρο
Πιάνει ψύχρα με ήλιο
Στο Θησείο για καφέ
Σε κοιτάζω μα δε με βλέπεις
Κυρίες στην εμμηνόπαυση κελαηδάνε
Κρυφός κλέφτης της πραγματικότητας
«Αρίστο, περίμενε, μωρή!», παιδιά σε ποδήλατα
Σέξι αδερφές
Ένα περιστέρι αδιαφορεί

27/09/2013

Απόστολος Μαϊκίδης, Δύο ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 3:36 μμ

IMG_2094p

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

Ο πρώτος πήρε φόρα
και έπεσε στην πόρτα

ο επόμενος αδιάφορα
προσπέρασε την πόρτα

ο άλλος ήταν σίγουρος
πως δεν υπήρχε πόρτα

κανείς δεν άνοιξε την πόρτα

(more…)

24/09/2013

Χρήστος Ζάχος, Αλφαβητάρι

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 2:52 μμ

Απόψε η νύχτα δε θα ’ρθεί 

με μαύρες άγριες σκέψεις. 

Βήματα βράδυ μπροστά απ’ την πόρτα σου 

για σήκω για βάλ’ τα καλά σου

Γέφυρα ανάμεσα σ’ εσένα και μένα

   γέφυρα γιοφύρι μόνη ελπίς

Δίνομαι τώρα, σου δίνομαι τώρα, 

δίνομαι σε σένα τώρα

Έχω πως έχω κατέχω θαρρώ

(more…)

28/06/2013

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Τέσσερα ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 5:03 μμ

Κυοφορούσα σιωπή

Σήμερα, καθώς σκάλιζα
κάποιος μου ψιθύρισε ένα μυστικό
πως τα τριαντάφυλλα αίμα θέλουν
από ψάρι ή από άνθρωπο
από σώμα θρεπτικό
που να τα σώσει
και να τα μεγαλώσει
να τα μικρύνει σαν την Αλίκη
για να τα θεριώσει˙
να τα λυτρώσει
από τ’ ανθρώπινα χέρια
στα οποία πάντα προσπαθεί
να τρυπώσει
ν’ ακούσει τον ήχο του
δέρματος να σπάει
να ανοίγει να αφήνει
χυμούς να ξεχυθουν
να απορροφηθούν
από ένα νέο σώμα
αντρίκιο
μα με θηλή γυναίκας.
Ζώα που ποθούν το σώμα,
τα τριαντάφυλλα.

Η ρίζα του γρασιδιού

Ο κος Σίσυφος
Βερολινέζος Βερσαλλιώτης
γλυκός μας ταξιδιώτης
μα άναρχος καλεσμένος
κάθεται πάνω στην ώρα
μιας ωριαίας πρωΐας
να ξεπεζέψει˙
μα μαγκώνεται
στέκει κοιτάζεται
παραμιλά και λιώνει
μέσα στις συνθήκες του κόσμου
που του στέρησαν την ελευθερία
της επιλογής.
Τώρα πια μήτε ονοματίζει
μήτε φαντάζεται
και έτσι τραγικά
το τέλος επέρχεται
έξαφνα
σαν μαχαίρι
ξερνώντας τους στίχους:
«Στο Παρίσι και στη Θήβα
στις εφτά πύλες απάνω
κάθονται οι Πολυνείκεις
οι Αντιγόνες από κάτω.»

(more…)

17/11/2012

Nanni Balestrini, ΙΙΙ. Η δεσποινίδα Ριτσμόντ καταγράφει διαφορετικές θέσεις σχετικά με τη

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 3:11 πμ
Βέβαια είπε ότι επιτέλους
βέβαια είπε μα ναι
βέβαια είπε ότι μα επιτέλους
ναι βέβαια είπε ότι μα

επιτέλους βέβαια είπε ότι
μα επιτέλους ότι η
βέβαια είπε μα ότι η
ναι επιτέλους αλλά είπε

ότι η βία ναι αλλά ότι
είπε βέβαια επιτέλους είπε
ναι αλλά ότι η βία
η βέβαια αλλά ότι είπε

βέβαια η βία ω αλλά ότι
επιτέλους είπε μα ναι ότι
ω βέβαια ότι η επιτέλους
η βία ω μα ναι η ότι

ότι η βία ορίστε είπε
επιτέλους ω μα ω μα η
βία ορίστε επιτέλους μα
ότι η μα ότι η βία

να είπε σήμερα μα ότι
η ορίστε ότι η βία
σήμερα επιτέλους βέβαια είπε
σήμερα μα ότι η βία

μα ότι βία απάντησε η
σήμερα επιτέλους βέβαια ότι
απάντησε ναι ορίστε σήμερα
επιτέλους μα απάντησε ω

ορίστε όπως και να ᾽χει ότι επιτέλους
η βία βέβαια μα ναι
ότι όπως και να ᾽χει σήμερα απάντησε
όπως και να ᾽χει είπε ότι ω η

λοιπόν είπε ότι σήμερα ότι
η βία μα λοιπόν ναι
απάντησε να όπως και να χει ότι
λοιπόν σήμερα ότι η μα ναι

τώρα η βία λοιπόν
μα όπως και να ᾽χει ορίστε ότι η
βέβαια απάντησε βέβαια τώρα
η βία τώρα σήμερα η

όπως και να ᾽χει λοιπόν διότι
διότι ναι επιτέλους ορίστε που
η βία διότι είπε
απάντησε βέβαια τώρα ω

διότι άρα η βία
ορίστε ω είπε άρα ότι
η βία ορίστε απάντησε
άρα ορίστε επιτέλους ναι

και μα εν τέλει τώρα
σήμερα ορίστε εν τέλει μα
όπως και να χει η βία βέβαια
εν τέλει διότι απάντησε

ότι η βία οποτεδήποτε
η ότι ναι ω μα οποτεδήποτε
να διότι επιτέλους
οποτεδήποτε είπε σήμερα που

ναι μα πάντα ότι απάντησε
πάντα η βία εν τέλει
μα άρα εν τέλει ορίστε
πάντα ότι σήμερα λοιπόν

διότι η βία είπε ο
ο η ορίστε άρα σήμερα
τώρα λοιπόν ο οποτεδήποτε
ο επιτέλους απάντησε όπως και να ᾽χει

ορίστε υπάρχει βέβαια είπε άρα
πάντα ότι εν τέλει τώρα
υπάρχει η βία λοιπόν ο
οποτεδήποτε υπάρχει διότι μα

σήμερα δεν υπάρχει ω εν τέλει
όχι ο ότι μα επιτέλους μα
άρα όχι όπως και να ᾽χει τώρα
η βία δεν ναι μα η

βέβαια όπου λοιπόν πάντα
ότι είπε όπου η βία
οποτεδήποτε υπάρχει ότι σήμερα
όπου επιτέλους απάντησε ο

λοιπόν διότι η ζήτησε
είπε επιτέλους απάντησε
ω μα ορίστε ζήτησε την
εν τέλει τώρα υπάρχει η ζήτησε

(more…)

16/10/2012

Clemens Setz, Δύο ποιήματα

Filed under: Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 10:03 πμ

ΕΞΗΓΗΣΙΣ

Ρώτησε εκείνος το βουνό:
Τι θα απομείνει μετά την τελευταία
αίτηση χάριτος της ανθρωπότητας στον χρόνο;

Βράχος, είπε το βουνό,
γρανίτης και ασβεστόλιθος.

Εκείνος ρώτησε το βουνό:
Πόσο ψηλός ή χαμηλός είναι ο κίνδυνος
να πεθάνουμε από μέρα σε μέρα;

Ψηλός, είπε το βουνό,
2196 μέτρα.

Εκείνος ρώτησε το βουνό:
Τι θα απομείνει από τη χλωρίδα
σε ένα τόσο ζοφερό μέλλον;

Δρυμός, είπε το βουνό,
και μεμονωμένοι λειμώνες, βρύα και θάμνοι.

Εκείνος ρώτησε το βουνό:
Όμως τι θα μπορούσαμε να αφήσουμε πίσω μας
ως μαρτυρία ή δικαιολόγηση του πολιτισμού μας;

Πίστες σκι, είπε το βουνό, πολύχρωμες, κουνιστές γόνδολες,
και, αν είναι απαραίτητο, σε βουνοκορφές σταυρούς με σύντομα ρητά.

Τι πιστεύεις, ρώτησε εκείνος το βουνό,
με αγαπάει;
Θα γίνει γυναίκα μου;

Γκρίζο, είπε το βουνό, βράχια και λειμώνες,
τουρισμός το καλοκαίρι και κάθε λογής ζαρκάδια.

(more…)

18/06/2012

Τεφλόν #7 – Κυκλοφορεί!

Filed under: Μαντάτα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 11:30 μμ


Δείτε δίπλα τα σημεία διανομής —>

Blog στο WordPress.com.