Γιώργος Πέππας, Χύτροι

Ι

Είδα τις πιο όμορφες σκέψεις  της γενιάς μου να τις δαγκώνει η σιωπή
να περιφέρονται στεγνές μέσα στη σούρουπο μακριά από εμάς
να ατροφούν καθώς σέρνονται μέχρι τους υπονόμους
να γυμνώνουν από μέρα τις νύχτες που έρχονται
να υγροποιούνται

Περπάτησα όλες τις νύχτες μας
από τα παιδικά μας χρόνια ως αύριο
από τότε που ακούγαμε τον Ερημόκαρδο
για να μας πάρει ο ύπνος
μέχρι τώρα
———που κοιμόμαστε
χωρίς παραμύθια

Κάθε νύχτα κρύβομαι μέσα στην πόλη
και περιμένω  να με βρω σαν ένας άλλος
και κάθε φορά χάνομαι σε δρόμους που ποτέ δεν έμαθα
γιατί ποτέ δεν έζησα τα ονόματά τους
ούτε και το δικό μου

Συνέχεια ανάγνωσης «Γιώργος Πέππας, Χύτροι»

Ιάσων Γεωργίου, Πέντε ποίματα

Μπήκε κύριος
μ’ ένα κλεμμένο λαμπρό χαμόγελο
κ’ ύστερα όρμησε με μανία επάνω τους
Τα ’γδυσε και πέταξε κάτω τα ρούχα τους
Στα τρυφερότερα ασέλγησε.
Τον καταγγέλλουν τα ημερολόγια
Οκτώβριος.

  Συνέχεια ανάγνωσης «Ιάσων Γεωργίου, Πέντε ποίματα»

Θανάσης Τζούλης, Ανθολόγηση / μέρος α’

Το σκοτωμένο πουλί

Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Θανάσης Τζούλης, Ανθολόγηση / μέρος α’»

Κωνσταντίνος Πρωτοπαππάς, Πέντε ποίματα

Εσύ

Δεν είχες κρίνο.
Δεν είχες άσπρο.
Δεν είχες ανεμώνες.
Είχες μιά σμέρνα ανθισμένη να κρεμέται ο κορμός της από το στόμα σου.
Η ρίζα της, ο μπάτσος μες τα σπλάχνα σου.

Τα Λόγια Της Στρίγκλας

Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες ήταν πλέον αργά για οποιαδήποτε κίνηση. Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες, ήμουν μέλος μιας πενταμελούς παρέας, βουτηγμένος ως τα αυτιά στο αλκοόλ. Και τότε, κοιτώντας το ποτήρι των 00:45 με το κόκκινο μπρούσκο κρασί, επλημμύρισαν τα μάτια μου. Στάξανε ό,τι είχαν, μέσα στο ποτήρι, μη διαλύοντας την πυκνότητα και το χρώμα του. Όπως το έφερα ύστερα ψηλά ως το χείλος μου, μύρισα το άρωμα του κορμιού σου που ’χεις κάθε πρωί. Και το ήπια. Το έγλειψα και δεν ξανάβαλα ούτε μια σταγόνα στο ίδιο ποτήρι.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες ξυπνούσα αδιάφορος για το υπόλοιπο της μέρας, αφού στοχαζόμουν τον αδειανό χώρο που έχεις αφήκει. Το χώρο που μας άνηκε και ήταν ισορροπημένος για μας. Τώρα πια το πάτωμα τρίζει και ο καθρέφτης δε με χωρά. Μάλιστα, με δείχνει πιο άσχημο από ποτέ.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες μπουσούλησα ως το σπίτι μας. Ήπια ό,τι απέμεινε και έβαλα δυνατά στο pick-up να παίζει Curtis Mayfield. Συνέχεια ανάγνωσης «Κωνσταντίνος Πρωτοπαππάς, Πέντε ποίματα»

Δύο ποιήματα από την πεδιάδα της ανέχειας

                                                                                                                                                                                                                                                   

ANTJIE KROG

1995

θα το πω ξεκάθαρα
κι απλά
κανενός δεν είμαι οπαδός
πουθενά δεν ανήκω
κανείς τους να με πλησιάσει δεν τολμά

όλοι τους ίδιοι είναι
όλοι τους άντρες όλοι
τους προγούλια
από εξουσία φουσκωμένα

οι υπουργοί, οι στρατηγοί κι οι ταξίαρχοι
οι ένστολοι κι οι προύχοντες το πουλί τους παίζουν
και σπρώχνουν μια χώρα ολάκερη στο διάολο σαν τα μούτρα τους – όλα ίδια
από την πολιτική και τη βία
όλοι τους κακόψυχοι
όλοι τους απαθείς

Κύριε από πού να ’ρθει βοήθεια και για μας;
διάδρομοι με λεφτά και γυαλί στρωμένοι
δρομάκια αδιέξοδα από κρέας φτιαγμένα
ταξί που φτύνουν αίμα
κι όλοι θέλουν ν’ αρπάξουν
κι όλοι φυλάνε αυτά που έχουν

Συνέχεια ανάγνωσης «Δύο ποιήματα από την πεδιάδα της ανέχειας»