Salt-N-Pepa, Κούνα τον απαυτό σου

Απόσπασμα από το κείμενο «Μην εμπιστεύεσαι ποτέ έναν μεγάλο πισινό κι ένα χαμόγελο» της Tricia Rose, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκδοση Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ.

Οι μαύρες ράπερ αμφισβητούν τις αντιλήψεις των αντρών για τη γυναικεία σεξουαλικότητα και ευχαρίστηση εκφράζοντας δημόσια τη σωματική και σεξουαλική ελευθερία τους. Το βιντεοκλίπ του «Shake Your Thang» («Κούνα τον απαυτό σου») των Salt-N-Pepa, το οποίο ερμηνεύουν με τη συνοδεία της χορευτικής ομάδας των E.U., είναι μια εξαιρετική λεκτική και οπτική απεικόνιση της έμφυλης αντίστασης των μαύρων γυναικών. Τόσο οι στίχοι όσο και το βίντεο έχουν ως θέμα τον σεξουαλικό χορό των Salt-N-Pepa και τις αντιδράσεις που προκαλεί. Στην πρώτη στροφή τις βρίσκουμε σε ένα κλαμπ να κουνάνε «τον απαυτό [τους] σε ένα φάνκι μπιτ» σοκάροντας τους θαμώνες του μαγαζιού. Με περίσσιο ύφος, οι Salt-N-Pepa τραγουδούν: «Είναι ο δικός μου απαυτός, θα τον κουνώ όπως θέλω εγώ, προκλητικά λιγάκι και με σεξαπίλ». Το ρεφρέν, το οποίο τραγουδά ένας άντρας μέλος των E.U., πάει ως εξής: «Κούνα τον απαυτό σου, κάνε ό,τι θες, ποιος είμαι εγώ για να σου πω πώς να χορέψεις στον ρυθμό. Είν’ ο δικός σου απαυτός, κάνε ό,τι θες, δεν θα σου πω εγώ πώς να χορέψεις στον ρυθμό».

Συνέχεια ανάγνωσης «Salt-N-Pepa, Κούνα τον απαυτό σου»

Advertisements

Γκραφίτι: Το στιλ ως ανυπακοή

stayhigh

Απόσπασμα από το κείμενο «Γκραφίτι: Το στιλ ως ανυπακοή» του Jeff Chang, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκδοση Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ.

Ύστερα από το άρθρο των New York Times για τον Taki 183 το 1971, το γκραφίτι απογειώθηκε. «Με κάθε νέα σχολική χρονιά ξεκινούσε και μια νέα σεζόν για το γκραφίτι», λέει ο Iz the Wiz.

Ο Hugo Martinez, φοιτητής κοινωνιολογίας και υπερασπιστής των συμμοριών ανηλίκων, ο οποίος το 1972 ίδρυσε τον πρώτο σύλλογο γκραφιτάδων, την Ένωση Καλλιτεχνών Γκραφίτι (United Graffiti Artists), υποστήριζε ότι «Το γκραφίτι είναι ένας τρόπος απόκτησης κύρους σε μια κοινωνία όπου έχεις ταυτότητα μόνο όταν έχεις ιδιοκτησία». Το όνομά σου ήταν το νόμισμά σου˙ δημιουργούσες αξία είτε αφήνοντας το σημάδι σου στις πιο εξειδικευμένες αγορές είτε μπαίνοντας στη μαζική παραγωγή. Ήταν η λογική του αντίστροφου αποικισμού, ένας ιός που εξαπλωνόταν από τους απρόσωπους συνταξιδιώτες των κατσαρίδων και των αρουραίων. «Ξεκινούσες απ’ τον δρόμο σου και συνέχιζες στα λεωφορεία. Κατακτάς τη γειτονιά σου, ύστερα κατακτάς το λεωφορείο σου, ύστερα κατακτάς τον δήμο σου, ύστερα κατακτάς όλη την πόλη», λέει ο Luke «Spar One» Felisberto.

Συνέχεια ανάγνωσης «Γκραφίτι: Το στιλ ως ανυπακοή»

Τεφλόν #20 | Νέο ποιητικό σκεύος

Cover20-dt

ΤΕΦΛόΝ #20
Χειμώνας-Άνοιξη 2019

Πατήστε εδώ για να δείτε τα σημεία διανομής.

Πατήστε εδώ για να δείτε τα θέματα του τεύχους.

Γίνετε συνδρομητές/τριες στο Τεφλόν και… αποκτήστε αντικολλητική προστασία!
Διαβάστε περισσότερα εδώ.

Φωτεινή Κορρέ, Δύο ποιήματα

καλύπτω τα μάτια μου με το δεξί μου χέρι
και μου γράφω επιστολές με τον
γραφικό σου χαρακτήρα
χωρίς να τις κοιτάξω
τις στριμώχνω σε μικρούς
τετράγωνους φακέλους
γλείφω ένα ένα τα γραμματόσημα
και την επομένη έχω νέα σου

η σκέψη της αχανούς ερήμου, λες,
δεν σε ενθουσιάζει,
έχεις δουλειές

Συνέχεια ανάγνωσης «Φωτεινή Κορρέ, Δύο ποιήματα»

Μαρία Πασχαλίδου, Δύο άτιτλα

Όσο δεν υπάρχει θεός
Λέω τα φύλλα να μην πέφτουν τον χειμώνα
Και τα κύματα καμιά φορά να σταματούν
Τα βράδια
Για να ακουστούν πιο καθαρά όσοι ασύστολα ερωτοτροπούν στην παραλία

Όσο δεν υπάρχει θεός
Λέω εγώ να γίνω κύριος Κυρία
Και κάθε μέρα να συμβαίνει
Όπως το δικό μου θέλημα ορίζει
Στον κήπο μου να φυτρώνουν πνευματικά λουλούδια ελευθερίας
Χωρίς τακτικά ποτίσματα και συμβουλές κηπουρικής
Όπου θέλουν θα φυτρώνουν τα λουλούδια μου

Όσο δεν υπάρχει θεός μέσα στο μυαλό μου και πουθενά
Στον βρόντο το ου κλέψεις και το αγάπα τον πλησίον σου
Θα ψειρίζω μπίρες για την πλάκα μου και θα κερνάω τους φίλους μου και όποιον μου κάνει κέφι
Και για τους άλλους στάλα μπίρα δεν θα περισσεύει
Για την πλάκα μου κι όχι για λόγο σοβαρό
Όπως γράφτηκε και τούτο δω.

Συνέχεια ανάγνωσης «Μαρία Πασχαλίδου, Δύο άτιτλα»

Γεωργία Διάκου, Γιατί η Βιρτζίνια Γουλφ δεν ήταν μαγείρισσα

Δεν ήξερε να βράσει μακαρόνια καν
ούτε να κόψει φιλετάκια το κοτόπουλο.
Τα αυγά τα έβγαζε με τον πυρήνα να ισορροπεί
σαν μια κοιλιά ανοιχτή, ζεστή και υγραμένη.

Θα ’λεγε κανείς πως ήταν ανοικοκύρευτη
να προτιμάει τα μελάνια και τα στριφτά τσιγάρα
απ’ το να υπηρετεί με πάθος τους κυρίους ή τον κύριο σύζυγό της.

Θα ’λεγε κανείς πως ήταν θέμα ταξικό
η Βανέσσα ζωγράφος, οι γονείς μορφωμένοι
αριστοκρατικής καταγωγής
κάπως γι’ αυτούς ακατάληπτη κι αλλόφρων
η μικρούλα Νία.

Δεν ήξερε να παίζει γάμους και γεννητούρια
να αντικρίζει τον νεροχύτη με αίσθημα δέους
και εικόνα παραδείσιας πύλης.

Θα ’λεγε κανείς πως την είχαν για λεσβία
γυναίκα πράμα να μην ψήνει σολωμό;
Ωωω, τι θα πει η κοινωνία κι όλη η Αγγλία;

Συνέχεια ανάγνωσης «Γεωργία Διάκου, Γιατί η Βιρτζίνια Γουλφ δεν ήταν μαγείρισσα»

Anna Mendelssohn, Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ.

Μου μίλησε κάποιος σήμερα; Ένα προϊόν φόβων και φοβιών.
Κάποια που υπερβαίνει την αθανασία σκοτώνοντας την εαυτή της πριν θυμηθεί
πόσο αγάπησε τη γη αυτή τη ζωή. Να παίρνω απόσταση
Από το μίσος δεν έχω τίποτα να πω στους ιεροεξεταστές,
κι έτσι με λένε τρελή και τους κοιτάζω να βγάζουν καπνούς και να ποδοβολάνε.
Μπορεί να είναι ο θεαματικός πυρετός του ποδοσφαίρου συνδυασμένος με απέχθεια
για τη μοναδικότητα της θηλυκής συγγραφέως η οποία κατέχει μια Μούσα
Αόρατη πέρα από το κατά προσέγγιση ομοίωμα που τσακίζει τα κύματα

αυτό το μέρος αυτοανακηρύσσεται ανίκητο, υψώνεται όλο και ψηλότερα
μέσα σ’ έναν φούρνο ικανών διαστάσεων για το τελειότερο ψήσιμο της πόλης, που ψήνει ομοιόμορφα κέικ
στο μέγεθος ενός μέσου βιβλίου, με επικάλυψη ροζ, ροδάκινο, σοκολάτα, καραμέλα
Και πού και πού πράσινο της μέντας, αλήθεια ο νόμος δεν θα ’πρεπε να επεμβαίνει
Στην ποίηση. Είναι μια διαφορετική φωνή που σκαλίζει τις στάχτες για στοιχεία.
Η ποίηση μπορεί να ξεγυμνωθεί. Οι απατεώνες συμβιβάζονται επωφελούμενοι
Αβασάνιστοι από τα αντικείμενα της διαταραγμένης τους προσοχής
Η δουλειά είναι μεγάλος κόπος αν δεν αγαπάς το αντικείμενό σου

Συνέχεια ανάγνωσης «Anna Mendelssohn, Δύο ποιήματα»