
Διανέμεται δωρεάν
Δείτε δίπλα τα σημεία διανομής —>
-
Δίκην Γέφυρας
Υπήρξε στα πρώτα χρόνια της ζωής μου μια ρωσογερμανίδα κυρία, η οποία επέμενε να μου διαβάζει ρωσικά παραμύθια. Δεν ξέρω αν το έκανε συνειδητά ή αν απλώς την ανακούφιζε το γεγονός ότι το υπερκινητικό πλάσμα που φρόντιζε έμενε ενεό και ήσυχο στο άκουσμα αυτών των κειμένων πάντως, η ίδια γυναίκα μου σύστησε σταδιακά (αγνοώντας το χωροχρονικό και γλωσσικό ρήγμα που έμελε να διανοιχθεί) τους σημαντικότερους ρώσους ποιητές. Εκείνη αγαπούσε ιδιαιτέρως τον Ossip Mandelstam, μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές φωνές του 20ου αιώνα, μία αυθεντική ρωσική ψυχή, η τραγική μοίρα της οποίας υπήρξε δεμένη με την ιστορία του τόπου του. Τα χρόνια κύλησαν και δεν ήταν παρά αφού είχα ψηλώσει πάρα πολύ και ζούσα σε μια άλλη χώρα πια όταν αναζήτησα ξανά τις φωνές αυτών των ανθρώπων. Μην μπορώντας να βρω ικανοποιητικές μεταφράσεις στα ελληνικά και μη έχοντας ούτε τις βασικές γνώσεις της ρωσικής στράφηκα στην παλιά μου πατρίδα. Και να που ένα βιβλιαράκι με μεταφράσεις ποιημάτων του Mandelstam από τον έτερο μεγάλο γερμανό ποιητή και συνοδοιπόρο του Paul Celan, έφτασε στα χέρια μου λειτουργώντας ως γέφυρα στο γλωσσικό κενό. (περισσότερα…)
-
Ο επιτάφιος του Τζιμ Μπούκι
Ω, ξέρω δεν ήταν παρά μόνο ένα πράγμα,
Ένα πράγμα που έκανα κι έκανα, κι έγινα
Αρκετά καλός σ’ αυτό, που με τρέλανε,
Και μ’ άφησε γέρο και χλευασμένο και ντροπιασμένο,
Αλλά, περαστικέ, ποιο το κακό; Ποτέ δεν σκότωσα
Ούτε ζητιάνεψα από κανέναν, ούτε ποτέ είπα ψέματα.
Περαστικέ, μερικοί είναι πλασμένοι για την τρέλα,
Προσευχήσου για σένα, για την υγεία του νου σου: και
Αν μπορέσεις, πάνω σ’ αυτόν τον τάφο ξινισμένης γης,
Σε παρακαλώ, άφησε λίγο από το γλυκό νεανικό σου σπέρμα
Σε ανάμνηση των
Εργατικών και
Ροζιασμένων
Γονάτων μου.
εϊ κοπελιά
περνώντας μέσα από την πόλη
με το λεωφορείο της φυλακής
καλοκαίρι
τα παράθυρα κατεβασμένα
μια έφηβη
στο πεζοδρόμιο
ένας μπροστινός μου μεξικάνος
έσκυψε έξω
και κοίταξε λάγνα
«Έι κοπελιά! Σε θέλω πολύ!»
το χέρι της τινάχτηκε
γρήγορα
περιφρονητικά
χωρίς καν να κοιτάξει
τον ξεφορτώθηκε
πολύ όμορφα στ’ αλήθεια
χτυπιόμασταν
απ’ τα γέλια
μέχρι που φτάσαμε στη φυλακή
-
ΠΡΑΞΕΙΣ
Είπε ο σοφός διανοούμενος Πωλ Σαρτρ
πως κόλασή μας είν’ οι άλλοι.
Μα εγώ κάθε φορά που γυναικεία σάρκα θα μυρίσω
μες στον παράδεισο για λίγο θα βρεθώ.
Γιατί γνωρίζω πως
η κάθε κόλαση έχει και τον παράδεισό της
όπως τ’ αντίθετό του ο αριθμός.
Κι είν’ ο φαλλός το πρόσημο του σώματος
κι ο έρωτας των πράξεων η πιο αθώα πράξη
πρόσθεση κι αφαίρεση μαζί.
Κι όταν κάνει ο έρωτας τη σούμα του
τα πρόσημα εξαλείφονται
τ’ αντίθετα γινόμαστε μηδέν.
Ξαναγυρνούμε στην αρχή
εκεί πριν απ’ τη γέννηση
εκεί μετά το θάνατο
σε μιαν ανυπαρξία γλυκιά
κι είμαστε σπόροι μοναχά, ιερά μηδενικά
ζώα κυκλικά, συμπαντικοί τροχοί
γύρη αθώα μες στου χρόνου το λουλούδι
κι ο οργασμός η μέθη η βαθύτατη
του σύμπαντος ο αιώνιος ο παρανομαστής.

[Φτερο 16]
Στο ψυγειο
η ψυχη μου
μια μπυρα
ανυπαρξια
αυτοεξαφανιση
μπλοφα
τρωω τις μυξες μου
χωρις πολλα
πολλα
λαθος
κρεμασμενα σκυλια
γαβγιζουνε
το θανατο μας
στη τυχη
σαγαπω
βηματα στα νυχια
ξινισμενο κρασι
οχι
δεν είναι ετσι η ζωη
ψηλα ο θολος
βαθυ το τουνελι
συναντιομαστε
περα
απο τα περα μερη
-
Η Μέριλυν έχει μετακομίσει απέναντι
η κολασμένη ρουτίνα της γειτόνισσάς μου
απογεύματα με μπέιμπι ντολ
κρύα θάλασσα με κενά ήλιου
δυο παιδιά φασώνονται υπό δένδρων
δεν διακρίνεις φύλα πλέον
χάνεται υπό κυμάτων πλοίων
Ο Μπόρις Βιάν ήξερε απ’έξω 186 πρωτότυπους τρόπους δολοφονίας
the sun gets in
in equal quarters
μια βόλτα εκτός σπιτιού
ίσως οι άνθρωποι να άλλαξαν
εν κόκκινοις 80′s outfits
εν pimples μυτώδεις
θέλω εν ήλιοις
να ζεστάνω τα μπράτσα μου
η νύχτα πέφτει
εν λοιπά δωμάτια σπιτιού
ο πατέρας μου
στα σακάκια
στις τσέπες του
πολλά χαρτομάντηλα
ένα σημείωμα
«Θρησκευτικά βιβλία
βιβλιοκρισία»
χόρεψε μέχρι να
τρελαθείς
ο ύπνος στο δωμάτιο του
αδελφού μου
προκαλεί αλλεργίες
μικρά πυώδη αισθήματα
-
-
———————————-τι στο κορμί σου ριζώνει, ποια νευρική διαταραχή το δέρμα σου ρυτιδώνει
«όπως ο αέρας την επιφάνεια της θάλασσας». άσ’ το να αποδειχθεί χωρίς πολλά πολλά,
πήγαινε απλά στον γιατρό, τα πόδια σου βρίσκονται εδώ. σώσε τις φάλαινες, σώσε τα θαλάσσια
θηλαστικά. να μοιράζεις φυλλάδια, για σένα. αυτές οι συνήθειες είναι παρωχημένες,
———————————————————-λες και φτιάχνεις το μπικίνι σου, μπροστά μας η θάλασσα.
τι ριζώνει στο μάγουλό σου, κάπου εκεί ήταν η κύρια είσοδος,
———————————————————————————————————-μπορούσα να το εκτιμήσω.
-
Cassandra Domita
[τ ί τ η λ ο ς]
« Ένας χορός κυκλικός, μα τι ανόητη πρόφασι, κύριε»
[υ π ο τ ί τ η λ ο ς]
ξεκινήσαμε ένα πρωί με μια σαφή αίσθηση κατεύθυνσης
παρ’ όλο που κανείς μας δεν ήξερε πού πηγαίναμε.
προσπεράσαμε σπασμένα ξύλινα
πέτρινα άσπρα
κάτι είχε συμβεί στη μνήμη μας
τα πράγματα δεν είχαν πια όνομα
τα ονόματα δεν είχαν πια σημασία
υπέρτατη αξία στις καρδιές και τις τσέπες μας
είχε απομείνει μoνάχα ο προσανατολισμός
ήταν στ’ αλήθεια μια εποχή ευτυχίας
αν και εμείς ο καθένας μας ήμασταν μάλλον
κι ήταν καλό που δεν του ᾽χαμε λέξη να το ονοματίσουμε
είχαμε μόνο μάτια
που ξεχείλιζαν σε φιλιά και σε άναρθρα τραγούδια (ψέμματα).
[τ ί τ η λ ο ς κ΄ υ π ό τ ι τ η λ ο ς]
«στη δεύτερη πράξη,
ντρεςς κόουντ: Κακός Χαμός»
μετά το Οριστικό τέλος, θα υπάρχει ένα κουδούνι που θα χτυπάει κάθε δέκα
για διάλειμμα, αλλά δεν θα υπάρχει κανείς να πει τι δέκα.
Τα κενά θα είναι σαφώς μεγαλύτερα και ίσως και να μεγαλώνουν ανά
τακτά
κι οι μόνοι άνθρωποι που θα υπάρχουν θα ᾽ναι οι περαστικοί
κι αν δεν περνούν δεν θα ᾽ναι
και θα μπορείς να σκοτώνεις όσους θέλεις όπως τώρα την
-

-
μοιραζόμασταν ένα μοναδικό μάτι, εγώ είχα επιπλέον άλλο ένα, όμως αυτό δεν θα ’πρεπε να μας ενδιαφέρει τώρα. ενώπιoν των αρχών περιέγραψα αυτήν την κατάσταση ως «σιαμαίο πεδίο όρασης», αν και αυτό δεν ήταν εντελώς σωστό. γιατί ο κόσμος, όπως μας προσφερόταν από το κοινό μας μάτι, δεν ήταν καθόλου συγκρίσιμος, ενόσω εγώ επέμενα να τον συσχετίζω με μένα στον ενικό. αυτό ήταν πιθανόν δικό μου λάθος. παρολαυτά δεν ήξερα κατά πόσο στην περίπτωσή μου αυτή η μικρή γραμματική ασυνέπεια θα μπορούσε να εξελιχθεί σε γενικευμένο σπάσιμο σβέρκου, καθώς αφορούσε ένα γενικό φαινόμενο, ακόμα κι όταν δεν διατυπωνόταν σε κάθε περίπτωση με την ίδια ένταση, όπως συνέβη τώρα εδώ.
VI.
Σκοτεινά και υγρά μπιτ με δοξάρια
Νέρωνε το κρασί
Γύμνασε το ένστινκτο
Νέρωνε
Γύμνασε
Νέρωνε
Γύμνασε
Νέρωνε
Ολοκλήρωσε την Ιστορία
Εξασφάλισε τα αρκετά
Μην μεταλλάσσεσαι
Γέμιζε
Γέμισε
Προχώρα
-
Ο Βασιλιάς Lear πυρπολείται στη σκηνή
περιτριγυρισμένος από συμπρωταγωνιστές-σαΐτες
την ώρα που οι nouveau riche
με τα κλειδιά των πολυτελών αμαξιών τους στα χέρια
και τα εισιτήρια που μόλις έβγαλαν
από τον φάκελο της εταιρείας ταχυμεταφορών
στρογγυλοκάθονται στα καθίσματα
πλάι στις συζύγους τους.
Εκείνες τακτοποιούν τα παλτά τους
αποκαλύπτοντας τις καλογυμνασμένες πλάτες
που απέκτησαν στο μέσον της διαδρομής
σπίτι-γυμναστήριο-spa
και αναρωτιούνται μεγαλοφώνως
αν θα επέλθει η «κάθαρση» στο τέλος.
Κι ύστερα η Cordelia δίνει μαθήματα ταπεινοφροσύνης
σε κενούς ανθρώπους
και η βραδιά συνεχίζεται
σ’ ένα από τα hip εστιατόρια της πόλης.

Λευκή απεργία
Λόγω αύξησης
του κόστους εκτύπωσης
αυτό το ποίημα θάναι μικρότερο
του κανονικού.
Έναντι στις συνεχείς
οικονομικές κρίσεις, απεργίες,
στην ανεργία και τον Φ.Π.Α.
δεν προσφέρει λύσεις.
Επιπλέον, λόγω
μιας πρόσφατης λευκής απεργίας
εκ μέρους του ποιητή
δεν έχει ούτε ρίμα.
Χορτοφάγοι
Οι χορτοφάγοι είναι σκληροί, απερίσκεπτοι άνθρωποι.
Όλοι ξέρουν ότι ένα καρότο ουρλιάζει όταν τρίβεται.
Ότι ένα ροδάκινο ματώνει όταν κόβεται.
Πιστεύεις ότι το πορτοκάλι δεν αισθάνεται
τους αντίχειρες να ξεριζώνουν τη σάρκα του;
Ότι οι ντομάτες χύνουν τα μυαλά τους ανώδυνα;
Οι πατάτες, βράζονται με δέρμα ζωντανό,
της γης οι μικροί αστακοί.
Μη μου πεις ότι δεν πονάει
όταν τα μπιζέλια σχίζονται από το όσχεο,
όταν το δέρμα κόβουν απ’ τους βλαστούς
όταν το λάχανο τεμαχίζεται, όταν τα κρεμμύδια αποκεφαλίζονται.
Πετάχτε το μυστρί,
ρίχτε κάτω την αξίνα.
Όχι άλλο θέρος φονικό
Ελευθερώστε τον λαό!
ΤΟ FACEBOOK
Τον έπιασε με άλλη
κάνα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς.
Χώρισαν επιτόπου.
Όπως αυτή ισχυρίζεται,
της άφησε πληγή ανεπανόρθωτη.
Αυτός μάλλον δεν το κατάλαβε·
πέντε χρονιά μετά
της έκανε request στο Facebook.
06.10.08
ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΧΑΡΤΙ
Ανεξαρτήτως της εμπλοκής μου ή όχι,
εδώ και μερικά χρόνια
είμαι πάντα με τον προδίδοντα
σε ερωτικά ζητήματα·
τόσο πολύ έχω αηδιάσει
μ’ όλους αυτούς που κατά καιρούς
μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά
κατηγορώντας αδίκως
τον εκάστοτε «ένοχο».
(Το ότι ο γιατρός ισχυρίζεται
πως τα ψυχαναγκαστικά άτομα
διακρίνονται για τα σαδιστικά τους στοιχεία
το κρατάω σαν μια εξαιρετική
δικαιολογία για το απώτερο μέλλον.
Είναι κρίμα να καεί από τώρα τέτοιο χαρτί…)
30.06.08
-
ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ
Σαλταρισμένοι όλοι.
Χειρότεροι κι από αστρολόγοι
σε κωλοφυλλάδες,
Τρέμουνε τα κωλομέρια μας
μη βγει η ψυχή μας.
Καθώς πλιατσικολογούμε τα
κουφάρια ενός άλλοτε
όμορφου κόσμου.
Η ΜΑΡΙΟΝΕΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΧΑΙΟ
Με τα μάτια της νεκρής ανεστραμμένα
έρχεσαι στον ύπνο μου φαφούτα
και φτύνοντας μου λες:
Τι τύχη, στα χέρια των θεών
να είμαι μαριονέτα,
τη μια να εμφανίζομαι
μετά να αποσύρομαι
ονειρικά, με πόνο
με φόντο το γαλάζιο
τα άστρα να ασημίζουν
κατά τη βούληση τους
ενώ εσύ,
δεμένος με σχοινιά από τις πλάτες του
με συντριμμένο τράχηλο σβαρνίζεσαι
ακούς το τρίξιμο του ήλιου
την άνοδο των θαλασσών
την άσπρη την τρεμάμενη
καθώς το μαύρο ζώο σε αφήνει
ανήμπορο σακατεμένο στο νερό
ανάσκελα βουλιάζεις
Στο Θησείο
Βρώμισαν την ελευθερία που τους δόθηκε
Την έκαναν χόμπυ
Ένα από τα πολλά που έχουν
στο λιγοστό τους ελεύθερο χρόνο
Πώς το κατάφεραν αυτόαναρωτιέμαι
Μήπως δεν έχουν χόμπυ ή μήπως έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο;
Μήπως εντέλει δεν έχουν εαυτούς; (περισσότερα…)
Βαδίζω στους κύκλους που χάραξα προ πολλού
αυτά τα ποιήματα δεν αρέσουν σε κανέναν
τι τραγικό για μια μεγαλειώδη ψυχή
που στέκεται
σαν μια
μοναχική
κορφή ενός χάλκινου όρους!
η επανάληψη
δεν ξέρω αν
αν είναι αδυναμία
συμβολικών αναπαραστάσεων
ή η
επιθυμία
να πω
να πω
αυτό που θέλω τελικά
να πω
ξανά
να ξαναπώ
1509 στη μεγάλη πόλη
θα βρέχουν τους βασιλιάδες
οι φόβοι της άρπας
στους επτανήσιους μύθους.
Με σύρματα θα ράψουν
την ευγένεια του Αρίωνα
και χρυσά βότσαλα
θα ανατείλουν καθώς
θα δασκαλεύουν συλλαβές
όμοια με ινδικό χρόνο να ασχολείται.
Ποτισμένη οθόνη του Αιγαίου
να, τη! η μυρωδιά σου
στους γερμάδες. (περισσότερα…)
Κάποτε μ’ άρεσε να εξερευνώ τον νυχτερινό ουρανό αλλά βαρέθηκα να κοιτάω τόσο μακριά.
Μια νύχτα, πήγα μόνος σε μια καφετέρια για να κουβεντιάζω μ’ έναν άγνωστο και να γράψω γι’ αυτό.
Έγραψα ένα κακό ποίημα με τίτλο «καφετέρια».
Το μόνο που θυμάμαι είναι το τέλος του,
τη φράση που είπα στον εαυτό μου όταν έφυγα
«Γάμα τ’ αστέρια, βράδια σαν κι αυτό είναι που με κάνουν να νιώθω άνθρωπος».

επιτήρηση για πρόληψη αυτοκτονίας
ο μικροκαμωμένος κοιλαράς μπάτσος στο γραφείο στις καταχωρήσεις, μοιάζει
με τον άνθρωπο-λουκουμά στη διαφήμιση της πίλσμπουρι, με μουστάκι
Χίτλερ μου κάνει τις διαδικαστικές ερωτήσεις
και όταν απαντάω ναι στο Είχατε Ποτέ
ή Έχετε Τώρα Τάσεις Αυτοκτονίας τα μικρά στρόγγυλα
διαπεραστικά μάτια του στενεύουν δείχνοντας βαριεστημένη περιφρόνηση και
η άψυχη φωνή του με διατάζει να τον ακολουθήσω
στο βάθος ενός διαδρόμου μια πόρτα οδηγεί σε ένα δωμάτιο όχι
μεγαλύτερο από μικρό χώρο αποθήκευσης βαμμένο πράσινο με
τίποτα απολύτως μέσα εκτός από μια τετράγωνη
τρύπα στο πάτωμα γεμάτη ούρα και σκατά
και ροχάλες και τρίχες με βάζει να γδυθώ
να ανασηκώσω το πουλί τους όρχεις να περάσω τα δάχτυλα μέσα από
τα μαλλιά μου να ανοίξω το στόμα να βγάλω τη γλώσσα έξω
να σκύψω και να ανοίξω τα κωλομέρια ώστε
να μπορεί να ρίξει μια ματιά και μετά αρπάζει την στοίβα
με τα ρούχα μου και γρυλλίζει Κάποιος Θα Περάσει
Να Σε Δει και φεύγει κλείνοντας την πόρτα με πάταγο ακουμπάω τους
τοίχους και αισθάνομαι υαλοβάμβακα και κρύο
αέρα να βγαίνει από κάπου κάνω λοιπόν
κύκλους και σκέφτομαι την κόρη μου που μου λείπει
πολύ μετά 5 ώρες ανοίγει μια χαραμάδα φως
στην πόρτα εμφανίζεται μια παχιά φάτσα και ρωτάει
αν έχω ακόμα τάσεις αυτοκτονίας και εγώ βαριέμαι και κρυώνω
τόσο διαολεμένα λέω ψέματα Όχι Πια
και έτσι μου δίνουν μια μπλε φόρμα και με στέλνουν
πάνω στον 5ο όροφο της πολιτειακής φυλακής σνοχόμις
2 ιουνίου 1996
πολέμησα τον νόμο
κατά την διάρκεια της μεταγωγής μου
από την μια φυλακή
στην άλλη
μέσα στην κλούβα
ο φρουρός είχε
στο ραδιόφωνο
έναν σταθμό
με παλιά τραγούδια
ο Μπόμπι Φούλερ τραγουδούσε
«πολέμησα τον νόμο και ο νόμος νίκησε!»
και
ήταν
μια από
τις λίγες
στιγμές
από την σύλληψή μου
που ένιωσα
εντάξει
Λίγες μέρες πριν αρχίσει η δίκη ήρθαν στη μικρή πτέρυγα και ο Ίασμος με τον Τσουκνίδα τους περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία γιατί είχε περάσει πολύς καιρός που είχα να τους δω ο Ίασμος συνελήφθη όταν συνέλαβαν κι εμένα αλλά τον είχαν βάλει σχεδόν αμέσως σε φυλακή υψίστης ασφαλείας ακόμη πιο κάτω στο νότο και σε όλο αυτό το διάστημα δεν είχα νέα του ο Τσουκνίδας αντίθετα συνελήφθη μόνο πριν από μερικούς μήνες και τον είχαν κλείσει στην ίδια φυλακή υψίστης ασφαλείας με τον Ίασμο εγώ ήμουν πολύ ανυπόμονος συγκινημένος που θα έβλεπα τους συντρόφους μου από το παραθυράκι τους είδα να καταφτάνουν από το βάθος του διαδρόμου ο Τσουκνίδας ήταν φορτωμένος με σακίδια ο Ίασμος δεν κουβαλούσε τίποτα για μια στιγμή ούτε τον αναγνώρισα είχε αδυνατίσει πολύ με κοντά μαλλιά χωρίς γυαλιά κοιτούσε μπροστά του και δεν απαντούσε στα καλωσορίσματα από τα παραθυράκια των κελιών
τότε τους φώναξα και ο Τσουκνίδας με άκουσε αμέσως με αναγνώρισε παρόλο που δεν μπορούσε να με δει οι φύλακες τους πήγαιναν σ’ ένα κελί κάπως μακριά από το δικό μου άκουσα τη φωνή του Τσουκνίδα που με φώναζε και με ρωτούσε πού είσαι ύστερα έβγαλα με δυσκολία το πρόσωπο μου από το παραθυράκι και τον είδα για μια στιγμή στη μέση του διαδρόμου που κουνούσε το χέρι του και με χαιρετούσε ενώ ένας φύλακας τον τραβούσε από το μανίκι εγώ μόλις τους έκλεισαν μέσα φώναξα τον επιλοχία και του είπα πως ήμασταν όλοι κατηγορούμενοι στην ίδια δίκη πως είχαν έρθει εκεί για την ίδια δίκη και έγραψα αμέσως την αιτησούλα για να έρθουν αμέσως στο κελί όπου έμενα μόνος μου ο επιλοχίας μού είπε πως θα την παρέπεμπε στη διεύθυνση και ίσως το ίδιο βράδυ να μπορούσαν να αλλάξουν κελί
-
Εννιά χαϊκού από το αναμορφωτήριο του Χέλλμπυ
(1959)
Παίζουν μπάλα
ξαφνική αναστάτωση –η μπάλα
πήδηξε τον τοίχο.
Κάνουν συχνά φασαρία
για ν’ αναγκάσουν τον χρόνο
να κυλά πιο γρήγορα.
Ανορθόγραφη ζωή –
η ομορφιά επιβιώνει στα
τατουάζ.
Όταν πιάστηκε ο δραπέτης
είχε τις τσέπες του γεμάτες
μανιτάρια.

-
Η γλώσσα του Αδάμ
Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα
να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα
και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί
κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας
με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη
γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης
——————————–να αναδυθεί
το ποίημα φεγγαροπρόσωπο
και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους
ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του
χάνουν οι αγρότες τους όχτους
γιατί η γεωμετρία του ποιήματος
έχει από μέσα της όρια
και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του
χορταίνουν οι ακτήμονες
Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε
τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα
κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα
που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα
κι η γλώσσα είναι του Αδάμ
μνήμη Θανάση Τζούλη
Αναρριχάται το σώμα σ’ ευλογημένα σπίτια,
όπου παιδιά τη ντροπή προσφαίζουν μ’ αγάπη
και γυναίκες ζυμώνουν μαζί, το ψωμί και τον Έρωτα.
Χρόνο, το χρόνο
η μέριμνα αντικατέστησε την πίστη
κι η ευλογία χάθηκε.
Τότε μέσα από απειράριθμες ακτίνες φωτός, είδα
ελικοειδείς ανθρώπους να διασπούν τα νεύρα των μυκηθμών τους
σε ορυχεία τερμιτών,

-
-
Ο ποιητής κρύβει φόνους κουναβιών
Κάτω από τη χλόη των άκρων του και τις βροχές
και κυρίως στις κουφάλες του υπογάστριου
ο ποιητής κρύβει φόνους κουναβιών
που θα συντελεστούν στις αμοιβές του χειμώνα
γιατί ένας ποιητής μ’ ανοιχτά σπλάχνα
είναι τόπος παγιδευμένος απ’ τους κυνηγούς
όπως και κάθε πηγή μες στους δρυμούς
-
Ι
Είδα τις πιο όμορφες σκέψεις της γενιάς μου να τις δαγκώνει η σιωπή
να περιφέρονται στεγνές μέσα στη σούρουπο μακριά από εμάς
να ατροφούν καθώς σέρνονται μέχρι τους υπονόμους
να γυμνώνουν από μέρα τις νύχτες που έρχονται
να υγροποιούνται
Περπάτησα όλες τις νύχτες μας
από τα παιδικά μας χρόνια ως αύριο
από τότε που ακούγαμε τον Ερημόκαρδο
για να μας πάρει ο ύπνος
μέχρι τώρα
———που κοιμόμαστε
χωρίς παραμύθια
Κάθε νύχτα κρύβομαι μέσα στην πόλη
και περιμένω να με βρω σαν ένας άλλος
και κάθε φορά χάνομαι σε δρόμους που ποτέ δεν έμαθα
γιατί ποτέ δεν έζησα τα ονόματά τους
ούτε και το δικό μου
Μπήκε κύριος
μ’ ένα κλεμμένο λαμπρό χαμόγελο
κ’ ύστερα όρμησε με μανία επάνω τους
Τα ’γδυσε και πέταξε κάτω τα ρούχα τους
Στα τρυφερότερα ασέλγησε.
Τον καταγγέλλουν τα ημερολόγια
Οκτώβριος.
-
Το σκοτωμένο πουλί
Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.
Ιστορία Ερχόμαστε – Κοίτα τον Ουρανό
Στις 26 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή και ώρα οκτώ και κάτι ψιλά στο Τουριστικό Περίπτερο Κιάτου, ευρύτερα γνωστό και ως Παγόδα, έλαβε χώρα η ποιητική εκδήλωση με τίτλο Ιστορία Ερχόμαστε – Κοίτα τον Ουρανό και υπότιτλο Η ποίηση της νεότερης γενιάς και η νέα πολιτική συνείδηση, στο πλαίσιο της Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Δράματος, με συντονιστή τον Θωμά Τσαλαπάτη και συμμετέχοντες-προσκεκλημένους τους ποιητές: Ζήση Αϊναλή, Νικόλα Ευαντινό, Μιχάλη Παπαντωνόπουλο, Γιώργο Πρεβεδουράκη, Θοδωρή Ρακόπουλο και Γιάννη Στίγκα.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον προαύλιο χώρο της Παγόδας, με φόντο το Σικυώνιο πέλαγος που συνέθετε μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Μοναδικός ανασταλτικός παράγοντας ήταν τα υψηλά μποφόρ που δυσχέραιναν τις αναγνώσεις. Ο Τσαλαπάτης άνοιξε την εκδήλωση με μια μακροσκελή εισαγωγή-προβληματισμό περί ποίησης και σύγχρονης κοινωνίας με βασικά σημεία αναφοράς*:
REINHART WOLF:
NEW YORK ΣΕΛΙΔΕΣ 34 ΚΑΙ 35
Σουρουπώνει το μέγαρο μεγαθήριο
μες στη φωτογραφία
— έγχρωμο, δισέλιδο, γυαλιστερό.
Μισάνοιχτες κουρτίνες, αμπαζούρ, φυτάκια, δειλινά, υδρορροές, σαλόνια,
μπαλκόνια μείον, σιγά το ακροκέραμο σαν τράγος.
Εκατόν σαράντα δύο τα παράθυρα τι πλάνο
κοντινό απ’ την απέναντι ταράτσα πάμε μαζί επάνω
να ρίξουμε μια ματιά.
Ψυχή δεν φαίνεται πού πήγαν όλοι
άδεια δωμάτια ρεύονται στον φακό
είναι κανείς εδώ;
Στο πίσω μέρος της εικόνας σίγουρα μέγα πάρτι ποδοκροτεί
μες στις κουζίνες, στα λουτρά, στα υπνωτήρια, στους διαδρόμους
κουτουρντίζει το αθέατο καλά κρατεί.
Τούλα να με λένε
κι ας κοιμίζω τώρα τα μικρά, να, τρίτο παράθυρο αριστερά,
πήγε κάποιο πλάσμα να πει μα δεν διότι
έπαθε μια τρικούβερτη σιωπή
κάποιος του μηδένισε τον ήχο στη στιγμή.
Άκρα του τάφου δεν είν’ εδώ ντοκιμαντέρ
λαλεί πουλί και πάρ’ το κάτω.
Κοκοφοίνικες ώρα μηδέν. Μέχρι το χίλια.
Ώσπου θροΐζει το κτίσμα τίκτεται
μες στη σιγή φτου βγαίνω.
Ναι σταλάζει μια βρύση
ψηλαφητά εγείρεται η γραία να την κλείσει.
Ναι το βρέφος στην κούνια σκούζει βουβό
τα σκότη τού βυζάξαν τη φωνή μέσ’ απ’ τον αφαλό.
Ναι βάζει τώρα στην πόρτα το κλειδί
στραβή γραβάτα βλέμμα φερετρί.
Ναι άλλη μια μέρα κοντεύει να λήξει στρωτά
κι αν τούτη η εικόνα είναι η απάντηση σε κάτι
τότε, ποια είναι η ερώτηση;
και ποιος ρωτά;

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΟΣ
Στα πρακτορεία γλείφω τις πληγές μου
αυτό το καλοκαίρι·
άσσος, Χ, διπλό,
U/O, ημίχρονο/τελικό.
Είπα, εγώ δεν περιμένω κληρονομιές
και γονικές παροχές,
εγώ είμαι φιλότιμος και αξιοπρεπής,
μόνος μου θα τα βγάλω τα λεφτά μου·
στα γήπεδα της Νότιας Αφρικής…
17.06.10
ΜΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Να μην ξανατελειώσει ποτέ το καλοκαίρι,
να είναι πάντα ο γκιόνης ο Χριστός
και το κουνούπι ο διάβολος
και η Παναγία η σαύρα του Δεκαπενταύγουστου
και να μην έχει σύννεφο να κάτσει
ο Παντοκράτορας.
Νά ’χουνε πάντα γεύση από καρπούζι
με μέλι τα χείλη της,
να λιώνει το μωσαϊκό
στο άγγιγμά τους
(να μην ξανασφιχτεί το στομάχι της).
Κι ο ήλιος να κάψει σύσσωμο
το αστικό φασισταριό,
που ασελγεί στα όνειρά μας
κάθε φθινόπωρο
στους προθαλάμους ιατρείων,
εκεί που αρθρώνεται συνήθως
η πιο χυδαία ερώτηση,
κύμα να σπάσει τους πάγκους
κι ο κάθε κατρεγάρης να μείνει στη θάλασσα.
Να μην ξανατελειώσει ποτέ το καλοκαίρι,
κι ας μην υπάρξει επόμενο…
17.09.09
λιμάνι
και τριγύρω
άσπρα σπίτια
κι αν φυτεύαμε εδώ
το σπίτι
σαν φοίνικα μεγάλο;
\/
πικρο δάφνες
κληματαριές
ευκάλυπτοι
ιβίσκοι
κιούπια με άνθη μέσα
γεράνια
γιασεμιά
συκιές
πορτοκαλιές
νυχτολούλουδα
αλλά
σημάδι της χώρας
κανένα
-
Εσύ
Δεν είχες κρίνο.
Δεν είχες άσπρο.
Δεν είχες ανεμώνες.
Είχες μιά σμέρνα ανθισμένη να κρεμέται ο κορμός της από το στόμα σου.
Η ρίζα της, ο μπάτσος μες τα σπλάχνα σου.
-
Τα Λόγια Της Στρίγκλας
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες ήταν πλέον αργά για οποιαδήποτε κίνηση. Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες, ήμουν μέλος μιας πενταμελούς παρέας, βουτηγμένος ως τα αυτιά στο αλκοόλ. Και τότε, κοιτώντας το ποτήρι των 00:45 με το κόκκινο μπρούσκο κρασί, επλημμύρισαν τα μάτια μου. Στάξανε ό,τι είχαν, μέσα στο ποτήρι, μη διαλύοντας την πυκνότητα και το χρώμα του. Όπως το έφερα ύστερα ψηλά ως το χείλος μου, μύρισα το άρωμα του κορμιού σου που ’χεις κάθε πρωί. Και το ήπια. Το έγλειψα και δεν ξανάβαλα ούτε μια σταγόνα στο ίδιο ποτήρι.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες ξυπνούσα αδιάφορος για το υπόλοιπο της μέρας, αφού στοχαζόμουν τον αδειανό χώρο που έχεις αφήκει. Το χώρο που μας άνηκε και ήταν ισορροπημένος για μας. Τώρα πια το πάτωμα τρίζει και ο καθρέφτης δε με χωρά. Μάλιστα, με δείχνει πιο άσχημο από ποτέ.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες μπουσούλησα ως το σπίτι μας. Ήπια ό,τι απέμεινε και έβαλα δυνατά στο pick-up να παίζει Curtis Mayfield. (περισσότερα…)
ANTJIE KROG
1995
θα το πω ξεκάθαρα
κι απλά
κανενός δεν είμαι οπαδός
πουθενά δεν ανήκω
κανείς τους να με πλησιάσει δεν τολμά
όλοι τους ίδιοι είναι
όλοι τους άντρες όλοι
τους προγούλια
από εξουσία φουσκωμένα
οι υπουργοί, οι στρατηγοί κι οι ταξίαρχοι
οι ένστολοι κι οι προύχοντες το πουλί τους παίζουν
και σπρώχνουν μια χώρα ολάκερη στο διάολο σαν τα μούτρα τους – όλα ίδια
από την πολιτική και τη βία
όλοι τους κακόψυχοι
όλοι τους απαθείς
Κύριε από πού να ’ρθει βοήθεια και για μας;
διάδρομοι με λεφτά και γυαλί στρωμένοι
δρομάκια αδιέξοδα από κρέας φτιαγμένα
ταξί που φτύνουν αίμα
κι όλοι θέλουν ν’ αρπάξουν
κι όλοι φυλάνε αυτά που έχουν
-
-
Μαζεύουμε το αλάτι
από τα βράχια που ο ήλιος
άφησε ουλές.
Οι αρουραίοι φάγανε όλα τα αυγά της παγώνας.
Ούτε ένα αυγό γαλοπούλας δεν εκκολάφθηκε.
Ο χοίρος είναι εργένης.
Τα πρόβατα νιώθουν πιο ασφαλή κοντά στο χωριό.
Κουνέλια σε τρύπες υπερβολικά
πολλές να τις μετρήσεις. Οι σκιές τους
γίνονται περισσότερα κουνέλια.
Δεκατρείς από τις ελιές πάνω από πενήντα ετών παχιές.
Σβήνουμε τις φωτιές όποτε μπορούμε.
Η βροχή από τα κεραμίδια της σκεπής μας είναι κόκκινη λάσπη.
Λιβυκοί άνεμοι την προηγούμενη εβδομάδα.
Η σεπτεμβριάτικη ρακή μάς καίει
τα λαρύγγια και ψάχνουμε ανάσα ανάμεσα στα
βρογχικά δένδρα. Μια σκνίπα.
Ανάμεσα στα μάγουλά μας που ξεμακραίνουν.
Φτιάχνοντας τον κόσμο πριν φτιάξει αυτός εμάς.
——–Το κρεβάτι μας κολυμπά στο χαλίκι.

-
Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.